Με εξαιρετικά σκληρή γλώσσα και σαφή πολεμική λογική, άρθρο του Michael Rubin επαναφέρει ένα ακραίο αλλά αποκαλυπτικό σενάριο: το ενδεχόμενο το Ισραήλ να εξετάσει ακόμη και προληπτικό χτύπημα κατά της Τουρκίας, αν κρίνει ότι η στρατιωτική ισχύς της Άγκυρας συνιστά υπαρξιακή απειλή.
Ρεπορτάζ:
Ένα άρθρο που δεν περνά απαρατήρητο και αναμένεται να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις δημοσίευσε ο Michael Rubin, βάζοντας στο τραπέζι ένα σενάριο ανοιχτής στρατιωτικής σύγκρουσης ανάμεσα στο Ισραήλ και την Τουρκία. Το βασικό του επιχείρημα είναι ωμό: αν η Ιερουσαλήμ καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αεροπορία, το ναυτικό και η αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας απειλούν ευθέως την ύπαρξη του εβραϊκού κράτους, τότε μπορεί να θεωρήσει αναγκαίο ένα προληπτικό πλήγμα.
Ο Rubin επιχειρεί να στηρίξει τη θέση του με ιστορική αναλογία από το 1967 και την Επιχείρηση Focus, όταν το Ισραήλ κατέστρεψε την αιγυπτιακή αεροπορία στο έδαφος και εξασφάλισε στρατηγικό πλεονέκτημα από τις πρώτες ώρες του πολέμου. Κατά την εκτίμησή του, κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να μπει σήμερα στη συζήτηση και για την Τουρκία, εφόσον η Άγκυρα θεωρηθεί από το Ισραήλ δύναμη που κινείται πλέον από την εχθρική ρητορική στη στρατιωτική προετοιμασία.
Στο κείμενό του, ο Rubin παρουσιάζει τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ως ηγέτη που, όπως άλλοτε ο Νάσερ, χρησιμοποιεί τη σύγκρουση με το Ισραήλ για να αποσπάσει την προσοχή από τα εσωτερικά προβλήματα, να ενισχύσει τη θέση του στο εσωτερικό και να διεκδικήσει περιφερειακό ηγετικό ρόλο. Υποστηρίζει μάλιστα ότι ο Τούρκος πρόεδρος δεν περιορίζεται σε εμπρηστική ρητορική, αλλά τη συνδυάζει με στρατιωτική ισχύ, παραγωγή drones, ενίσχυση των δυνατοτήτων της Τουρκίας και πιο επιθετική περιφερειακή στάση.
Το άρθρο στέκεται ιδιαίτερα στην αυξανόμενη στρατιωτική και βιομηχανική ισχύ της Τουρκίας. Γίνεται αναφορά στα τουρκικά εργοστάσια μη επανδρωμένων αεροσκαφών, στην πιθανότητα μελλοντικής ενίσχυσης της Άγκυρας με F-35, αλλά και στον φόβο ότι η Τουρκία θα μπορούσε να ακολουθήσει, σε βάθος χρόνου, διαδρομή παρόμοια με εκείνη του Ιράν ως προς την επιδίωξη πυρηνικής δυνατότητας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Rubin υποστηρίζει ότι ένα ισραηλινό χτύπημα, αν ποτέ αποφασιζόταν, δεν θα περιοριζόταν σε ένα συμβολικό μήνυμα, αλλά θα είχε σαφείς στρατιωτικούς στόχους. Αναφέρει ενδεικτικά ότι το Ισραήλ θα μπορούσε να πλήξει τουρκικά F-16 και άλλα αεροσκάφη σε βάσεις στη βόρεια Κύπρο, στο Ιντσιρλίκ, στη Σμύρνη, στο Ντιγιαρμπακίρ και σε άλλες πόλεις, ενώ προσθέτει πως θα βρίσκονταν στο στόχαστρο και κρίσιμες ναυτικές εγκαταστάσεις, όπως το Γκολτσούκ, το Ακσάζ, η Φώκαια και η Ισκεντερούν.
Δεν σταματά εκεί. Στην ίδια λογική, ο αρθρογράφος θεωρεί ότι για να παραλύσει η τουρκική αντίδραση, θα έπρεπε να χτυπηθούν και οι βασικοί πυλώνες της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, όπως η Turkish Aerospace Industries και η Baykar, λόγω του ρόλου τους στην παραγωγή οπλικών συστημάτων και drones.
Το κείμενο αγγίζει και ένα ακόμα εξαιρετικά ευαίσθητο σημείο: το ΝΑΤΟ. Ο Rubin υποστηρίζει ότι η Τουρκία δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη την πλήρη προστασία της Συμμαχίας, επειδή το Άρθρο 5 δεν ενεργοποιείται αυτόματα και απαιτεί πολιτική συναίνεση. Με αυτή τη λογική, αφήνει να εννοηθεί ότι, σε ένα πολύ ακραίο σενάριο, η Άγκυρα δεν θα μπορούσε να είναι απολύτως βέβαιη ότι θα βρει πίσω της ολόκληρο τον δυτικό μηχανισμό.
Το πιο σκληρό σημείο του άρθρου είναι το εξής: αν ένας πόλεμος ανάμεσα στην Τουρκία και το Ισραήλ θεωρηθεί τελικά αναπόφευκτος, τότε – κατά τον Rubin – η προληπτική ενέργεια θα γίνει για το Ισραήλ όλο και πιο αναγκαία, ώστε να επιλέξει το ίδιο τον χρόνο και τον τρόπο της σύγκρουσης, αντί να βρεθεί σε θέση άμυνας.
Στην ουσία, το άρθρο δεν περιγράφει απλώς μια ανάλυση στρατηγικού κινδύνου. Περιγράφει ένα καθαρό δόγμα προληπτικής καταστροφής κρίσιμων τουρκικών στρατιωτικών υποδομών, εφόσον το Ισραήλ πειστεί ότι η Άγκυρα δεν είναι απλώς εχθρική δύναμη, αλλά εξελισσόμενη υπαρξιακή απειλή.
Πρόκειται προφανώς για μια ακραία προσέγγιση, η οποία δεν συνιστά επίσημη θέση του Ισραήλ, αλλά αποτυπώνει με ωμό τρόπο πόσο βαριά έχει γίνει η ατμόσφαιρα στη συζήτηση γύρω από τις τουρκοϊσραηλινές σχέσεις. Και αυτό ακριβώς είναι το βασικό μήνυμα του κειμένου: ότι σε ένα περιβάλλον διαρκούς κλιμάκωσης, ορισμένοι στρατηγικοί κύκλοι δεν συζητούν πια απλώς για ένταση, αλλά για το πώς θα μπορούσε να μοιάζει ένα πρώτο χτύπημα.
