Παρόλο που η αρχιτεκτονική ασφαλείας που έχει διαμορφωθεί στην Ανατολική Μεσόγειο τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται με ρητορική «συνεργασίας» και «σταθερότητας», μια βαθύτερη εξέταση αποκαλύπτει ότι παράγει εύθραυστες πρακτικές κυριαρχίας και μια σπείρα εξωτερικής εξάρτησης. Η Ελλάδα και η ελληνοκυπριακή κυβέρνηση έχουν στραφεί στην εμβάθυνση της στρατιωτικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ και τη Γαλλία. Σε αυτή τη διαδικασία, έχουν παραχωρήσει πολυάριθμες βάσεις και εκτεταμένες παραχωρήσεις σε αυτά τα κράτη. Η στρατηγική συλλογιστική πίσω από αυτή την επιλογή πρέπει να αμφισβητηθεί.
Αυτή η τάση μπορεί να εξηγηθεί με την κλασική προσέγγιση της «ισορροπίας δυνάμεων». Ωστόσο, στην πράξη, αυτό που προκύπτει δεν είναι η δημιουργία ισορροπίας, αλλά η παραγωγή «ασφάλειας μέσω εξάρτησης». Η ρεαλιστική προσέγγιση υποδηλώνει ότι τα κράτη δημιουργούν αποτρεπτική ικανότητα ενισχύοντας τις δικές τους ικανότητες. Αυτό που παρατηρείται εδώ, ωστόσο, είναι μια προσπάθεια επίτευξης ασφάλειας βασιζόμενη στην στρατιωτική παρουσία εξωτερικών παραγόντων. Ενώ αυτό μπορεί να δημιουργήσει μια αίσθηση ασφάλειας βραχυπρόθεσμα, διαβρώνει την αυτονομία λήψης αποφάσεων μακροπρόθεσμα. Πράγματι, καθώς το πεδίο εφαρμογής των συμφωνιών βάσεων επεκτείνεται, η εξουσία των κρατών υποδοχής να διαθέτουν τα εδάφη τους περιορίζεται ουσιαστικά. Αυτό αποδυναμώνει το υλικό περιεχόμενο της κυριαρχίας.
ΕΥΘΡΑΥΣΤΕΣ ΣΥΜΜΑΧΙΕΣ ΠΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΑΝ ΣΕ ΑΝΤΙΤΟΥΡΚΙΚΟ ΑΙΣΘΗΜΑ
Η ιστορική προοπτική δείχνει ότι παρόμοιοι μηχανισμοί δεν έχουν επιφέρει διαρκή σταθερότητα. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η εμπλοκή μικρών και μεσαίων κρατών σε ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων συχνά εργαλειοποιούσε αυτές τις χώρες στη γεωπολιτική σκακιέρα.
Η κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο σήμερα δεν είναι διαφορετική: ο εντεινόμενος ανταγωνισμός γύρω από ενεργειακούς αγωγούς, θαλάσσιες ζώνες και διαδρόμους μεταφορών διακινδυνεύει την Ελλάδα και την ελληνοκυπριακή διοίκηση να γίνουν φυλάκια μεγάλων δυνάμεων. Σε αυτό το πλαίσιο, οι βάσεις γίνονται όχι μόνο στρατιωτικά περιουσιακά στοιχεία αλλά και άγκυρες για τον προσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής.
Μια άλλη διάσταση του προβλήματος είναι ότι η ιδεολογική βάση των συμμαχιών βασίζεται σε αντιτουρκικό αίσθημα. Οι συμμαχίες που βασίζονται σε αρνητικές ταυτότητες είναι αδύναμες όσον αφορά τη βιωσιμότητα επειδή παράγουν κοινή «αντιπολίτευση» αντί για κοινά συμφέροντα. Τέτοιες συμμαχίες τείνουν να διαλύονται γρήγορα σε περιόδους κρίσης και να ωθούν τα μέρη σε πιο αιχμηρές θέσεις, περιορίζοντας το περιθώριο για διπλωματικούς ελιγμούς. Ωστόσο, σε μια πολυεπίπεδη γεωγραφία όπως η Ανατολική Μεσόγειος, οι μηχανισμοί χωρίς αποκλεισμούς και πολυμερούς διαλόγου, όπως εφαρμόζονται από την Τουρκία, είναι ο μόνος ορθολογικός τρόπος για την άμβλυνση του διλήμματος ασφαλείας.
ΠΟΙΟ ΤΙΜΗΜΑ ΘΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΚΥΠΡΟΣ;
Οι πολιτικές συνέπειες των παραχωρήσεων που χορηγούνται για οικονομικούς λόγους δεν πρέπει να αγνοούνται. Η ανάληψη μακροπρόθεσμου κόστους κυριαρχίας για χάρη της οικονομικής ανακούφισης είναι προβληματική από την άποψη της δημόσιας πολιτικής. Οι συμφωνίες βάσεων συχνά συνάπτονται χωρίς διαφάνεια και λογοδοσία, πυροδοτώντας συζητήσεις νομιμότητας στην εσωτερική πολιτική. Επιπλέον, η παρουσία εξωτερικών παραγόντων μπορεί να υποβιβάσει τις τοπικές προτεραιότητες ασφάλειας σε δεύτερη μοίρα και να καταστήσει τον εθνικό αμυντικό σχεδιασμό εξαρτώμενο από εξωτερικές δυνάμεις.
Η πορεία που ακολουθούν η Ελλάδα και οι Ελληνοκύπριοι σημαίνει θυσία της μακροπρόθεσμης στρατηγικής αυτονομίας για βραχυπρόθεσμα οφέλη ασφάλειας. Οι απερίσκεπτες προσεγγίσεις αυτών των δύο οντοτήτων θα μετατρέψουν την Ανατολική Μεσόγειο σε πεδίο μάχης για μεγάλες δυνάμεις, αντί για μια περιοχή συνεργασίας και ευημερίας. Οι παράγοντες που υιοθετούν αυτές τις εύθραυστες στρατηγικές θα υποφέρουν περισσότερο από αυτόν τον μετασχηματισμό.”
