Γράφει ο Σάι Γκαλ για το geopolitico.gr
Η κρίση της Ιερουσαλήμ και η αμφισβήτηση του τουρκικού αφηγήματος
Η πρόσφατη αντιπαράθεση γύρω από την Ιερουσαλήμ δεν έφερε στο προσκήνιο μόνο τις γνωστές εντάσεις μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ. Για πολλούς αναλυτές, αποκάλυψε βαθύτερες αντιλήψεις που διαπερνούν διαχρονικά το τουρκικό κράτος, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων και ιδεολογικών προσανατολισμών.
Αφορμή αποτέλεσαν οι δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εσωτερικών, Μουσταφά Τσιφτσί, ο οποίος αναφέρθηκε στην «απελευθέρωση» της Ιερουσαλήμ και εξέφρασε την επιθυμία να βρεθεί ξανά υπό τουρκική κυριαρχία. Η απάντηση του Ισραηλινού υπουργού Άμυνας, Ισραέλ Κατζ, ήταν άμεση, απορρίπτοντας κατηγορηματικά τέτοιες αναφορές και επικαλούμενος τον κοσμικό χαρακτήρα της Τουρκίας του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ ως αντίβαρο στον νεοοθωμανισμό του Ερντογάν.
Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο, το ζήτημα δεν περιορίζεται στη σύγκρουση μεταξύ ισλαμισμού και κεμαλισμού, αλλά αφορά βαθύτερες κρατικές αντιλήψεις που επιβιώνουν μέσα στον χρόνο.
Ο Ερντογάν ως συνέχεια και όχι ως εξαίρεση
Η βασική θέση του κειμένου είναι ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν δημιούργησε μια νέα τουρκική πολιτική κουλτούρα, αλλά εξέφρασε με διαφορετικό τρόπο αντιλήψεις που προϋπήρχαν στο τουρκικό κράτος.
Κατά τον αρθρογράφο, ο ισλαμισμός του Ερντογάν και ο κοσμικός κεμαλισμός διαφέρουν ως προς τη ρητορική και τα σύμβολα, όχι όμως απαραίτητα ως προς ορισμένες βασικές κρατικές επιδιώξεις, όπως η διατήρηση της περιφερειακής επιρροής, η διαχείριση μειονοτήτων και η προβολή ισχύος απέναντι στους γείτονες.
Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζεται ότι η Δύση συχνά αντιμετώπισε τον κεμαλισμό ως συνώνυμο της μετριοπάθειας, χωρίς να εξετάσει κριτικά πτυχές της ιστορικής του κληρονομιάς.
Η ιστορική κληρονομιά και οι ανοιχτοί φάκελοι
Το άρθρο επεκτείνεται στις μεγάλες ιστορικές τραγωδίες της ύστερης Οθωμανικής περιόδου και των πρώτων δεκαετιών της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Γίνεται αναφορά στις διώξεις και τις εκτοπίσεις Αρμενίων, Ασσυρίων και Ελλήνων της Μικράς Ασίας και του Πόντου, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκική Δημοκρατία μπορεί να μην ευθύνεται άμεσα για όλα τα γεγονότα, αλλά κληρονόμησε τα αποτελέσματα αυτών των πολιτικών και δεν προχώρησε σε ουσιαστική επανεξέταση ή αναγνώρισή τους.
Σύμφωνα με τον συντάκτη, η επίσημη τουρκική αφήγηση διαχρονικά απέφυγε να ανοίξει αυτούς τους ιστορικούς φακέλους, δημιουργώντας ένα πλαίσιο συλλογικής λήθης γύρω από κρίσιμα ζητήματα του παρελθόντος.
Από τους Κούρδους μέχρι την Κύπρο
Η ανάλυση επεκτείνεται και στη σύγχρονη εποχή, υποστηρίζοντας ότι ορισμένα ζητήματα που συχνά αποδίδονται αποκλειστικά στην περίοδο Ερντογάν έχουν βαθύτερες ρίζες.
Αναφέρονται χαρακτηριστικά οι πολιτικές απέναντι στους Κούρδους, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο, εφαρμόστηκαν ήδη από τις πρώτες δεκαετίες της Τουρκικής Δημοκρατίας μέσω περιορισμών στη γλώσσα και την πολιτιστική ταυτότητα.
Αντίστοιχα, επισημαίνεται ότι η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 πραγματοποιήθηκε από την κοσμική Τουρκική Δημοκρατία και όχι από μια ισλαμιστική κυβέρνηση, γεγονός που χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για τη συνέχεια ορισμένων στρατηγικών επιλογών του τουρκικού κράτους.
Η ισραηλινή οπτική και οι αυταπάτες για την Οθωμανική Αυτοκρατορία
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις σχέσεις μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και εβραϊκών κοινοτήτων.
Ο αρθρογράφος αμφισβητεί την άποψη ότι υπήρξε διαχρονικά μια ιδιαίτερα φιλική σχέση μεταξύ των δύο πλευρών, υποστηρίζοντας ότι η Οθωμανική πολιτική περιόριζε κατά περιόδους τη μετανάστευση και την εγκατάσταση Εβραίων στην Παλαιστίνη.
Παράλληλα, υπενθυμίζει γεγονότα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως οι εκκενώσεις του Τελ Αβίβ και της Γιάφας, καθώς και τη δράση του εβραϊκού δικτύου πληροφοριών NILI, το οποίο συνεργάστηκε με τους Βρετανούς εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Κατά τον συντάκτη, τα γεγονότα αυτά δείχνουν ότι οι σχέσεις ήταν πολύ πιο περίπλοκες από την εικόνα που συχνά παρουσιάζεται.
Η Ευρώπη και η «κεμαλική μεταμφίεση»
Ένα ακόμη βασικό σημείο της ανάλυσης αφορά τη στάση της Ευρώπης απέναντι στην Τουρκία.
Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι για δεκαετίες οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αντιμετώπισαν την Τουρκία ως μια χώρα που πορευόταν προς τον εκδημοκρατισμό, εστιάζοντας στον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και παραβλέποντας ανοιχτά ζητήματα ιστορικής μνήμης, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και περιφερειακών διεκδικήσεων.
Κατά την άποψή του, αυτή η προσέγγιση επέτρεψε στην Άγκυρα να διατηρήσει μια εικόνα εκσυγχρονισμού χωρίς να αντιμετωπίσει ουσιαστικά ζητήματα του παρελθόντος.
Η Ελλάδα, ο Ατατούρκ και η μνήμη
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην Ελλάδα, με τον αρθρογράφο να θεωρεί ότι η Αθήνα συχνά διαχωρίζει τον Ατατούρκ από τις τραυματικές εμπειρίες του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία και τον Πόντο.
Το άρθρο επισημαίνει ότι η πολιτική προσέγγισης Βενιζέλου – Κεμάλ τη δεκαετία του 1930 είχε διπλωματικό χαρακτήρα και δεν συνιστούσε ιστορική αθώωση.
Αναφέρονται επίσης οι αντιδράσεις ποντιακών οργανώσεων σε πρόσφατες αναφορές του πρωθυπουργού Κυριάκος Μητσοτάκης στη σχέση Βενιζέλου – Κεμάλ, υποστηρίζοντας ότι η ιστορική μνήμη παραμένει ένα ανοιχτό και ευαίσθητο ζήτημα.
Η 19η Μαΐου και οι δύο διαφορετικές αφηγήσεις
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της σύγκρουσης ιστορικών αφηγήσεων είναι η 19η Μαΐου.
Στην Τουρκία η ημερομηνία τιμάται ως η ημέρα αποβίβασης του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα και η απαρχή του τουρκικού εθνικού αγώνα.
Στην Ελλάδα, η ίδια ημέρα αποτελεί την Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων.
Για τον αρθρογράφο, η διπλή αυτή ανάγνωση της ίδιας ιστορικής στιγμής αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το χάσμα ανάμεσα στις δύο εθνικές αφηγήσεις.
Συμπέρασμα
Το άρθρο καταλήγει ότι η συζήτηση για την Τουρκία δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στην αντιπαράθεση μεταξύ κεμαλισμού και ερντογανισμού. Κατά την άποψη του συντάκτη, πολλές από τις σημερινές πολιτικές και αντιλήψεις αποτελούν συνέχεια βαθύτερων κρατικών δομών και ιστορικών επιλογών που προϋπήρχαν της σημερινής ηγεσίας.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η πραγματική δημοκρατική εξέλιξη της Τουρκίας προϋποθέτει μια ουσιαστική επανεξέταση της ιστορικής μνήμης, των σχέσεων με τις μειονότητες και των εκκρεμοτήτων που εξακολουθούν να επηρεάζουν τις σχέσεις της χώρας με τους γείτονές της και τη διεθνή κοινότητα.
