Η Τουρκία και το Ισραήλ φαίνεται να οδεύουν προς μια περίοδο αυξανόμενης πιθανότητας αντιπαράθεσης στην περιοχή. Μέχρι στιγμής, η αντιπαράθεση αυτή εκδηλώνεται κυρίως σε επίπεδο δηλώσεων και ρητορικής.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τοποθέτηση του Τούρκου υπουργού Εσωτερικών, Μουσταφά Τσιφτσί, ο οποίος δήλωσε ότι ελπίζει να δει την «απελευθέρωση» της Ιερουσαλήμ. Μάλιστα, συνέκρινε μια τέτοια εξέλιξη με τις πρόσφατες συγκρούσεις μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν, καθώς και με τις επιχειρήσεις στη Συρία, όπου, όπως ανέφερε, περιοχές «απελευθερώθηκαν» από τους αντιπάλους τους.
Στις 7 Ιουνίου, ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Ισραέλ Κατς, απάντησε μέσω των κοινωνικών δικτύων: «Προς τον Τούρκο υπουργό Εσωτερικών, που ονειρεύεται να διοικήσει την Ιερουσαλήμ και εκτοξεύει απειλές, λέω το εξής: Η Ιερουσαλήμ δεν είναι η Κωνσταντινούπολη και το κράτος του Ισραήλ δεν είναι μια καταρρέουσα Σταυροφορική Αυτοκρατορία. Το Ισραήλ είναι ένα ισχυρό και αποφασισμένο κράτος που έχει αποδείξει την ικανότητά του να υπερασπίζεται τον εαυτό του απέναντι σε κάθε απειλή».
Ο Κατς πρόσθεσε ότι «η Ιερουσαλήμ αποτελεί την πρωτεύουσα του εβραϊκού λαού εδώ και 3.000 χρόνια και θα παραμείνει για πάντα πρωτεύουσα του Ισραήλ. Εσείς και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, την οποία ονειρεύεται ο Ερντογάν, έχετε καταρρεύσει και δεν πρόκειται να επιστρέψετε ποτέ».
Συνεχίζοντας, ανέφερε: «Δυστυχώς, δεν έχετε μάθει τίποτα από την κληρονομιά του Ατατούρκ, ο οποίος εργάστηκε για να μετατρέψει την Τουρκία σε ένα σύγχρονο κράτος. Αντίθετα, εργάζεστε για να τη σύρετε πίσω σε μια σκοτεινή και οπισθοδρομική εποχή».
Η Άγκυρα έχει αναφερθεί και στο παρελθόν στην «απελευθέρωση» της Ιερουσαλήμ. Πρόκειται για μια ρητορική που εμφανίζεται εδώ και χρόνια και έχει γίνει συχνότερη κατά τη μακρόχρονη διακυβέρνηση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP).
Ο Ερντογάν κλιμακώνει τη ρητορική απέναντι στο Ισραήλ και την Ανατολική Μεσόγειο
Το AKP έχει τις ρίζες του στη Μουσουλμανική Αδελφότητα και το πολιτικό Ισλάμ. Θεωρείται πιο συντηρητικό και δεξιό σε σύγκριση με το κοσμικό και εθνικιστικό Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP), το οποίο κυριαρχούσε επί δεκαετίες στην τουρκική πολιτική σκηνή.
«Όπως είδαμε την απελευθέρωση της Δαμασκού, του Χαλεπίου και του Καραμπάχ, έτσι, με τη βοήθεια του Θεού, μια μέρα θα δούμε και την απελευθέρωση της Ιερουσαλήμ», δήλωσε ο Τσιφτσί σε συνέδριο του AKP στην πόλη Τσόρουμ.
Παράλληλα, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν φαίνεται να ανεβάζει ακόμη περισσότερο τους τόνους. Την Τετάρτη δήλωσε ότι οι ισραηλινές επιθέσεις στη Συρία και τον Λίβανο έχουν φτάσει σε σημείο που απειλούν και την Τουρκία, καταδικάζοντας αυτό που χαρακτήρισε ως ισραηλινή επιθετικότητα στην περιοχή.
Η Τουρκία εκφράζει ολοένα και μεγαλύτερη ανησυχία ότι το Ισραήλ εξελίσσεται σε περιφερειακή υπερδύναμη. Από την οπτική της Άγκυρας, ο πόλεμος που άνοιξε σε πολλαπλά μέτωπα μετά την 7η Οκτωβρίου έχει ενισχύσει σημαντικά τη θέση του Ισραήλ στην περιοχή. Αυτό έχει οδηγήσει σε ισραηλινά πλήγματα κατά των Χούθι στην Υεμένη, κατά του Ιράν, καθώς και σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στον Λίβανο και τη Συρία.
Αυτό που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι ότι η τουρκική προσέγγιση αντανακλά εν μέρει τη δική της εξωτερική πολιτική.
Υπό την ηγεσία του AKP, η Τουρκία μετά το 2015 υιοθέτησε πιο επιθετική στρατηγική, αναλαμβάνοντας στρατιωτικές πρωτοβουλίες εκτός συνόρων. Ανέπτυξε δυνάμεις στη Συρία, στήριξε συριακές αντικαθεστωτικές ομάδες εναντίον των κουρδικών δυνάμεων YPG στο Αφρίν το 2018 και υποστήριξε ενεργά το Αζερμπαϊτζάν στη σύγκρουσή του με την Αρμενία για το Ναγκόρνο-Καραμπάχ.
Η Άγκυρα έφτασε επίσης κοντά σε ένταση με την Ελλάδα, ενώ ανέπτυξε δυνάμεις και στη Λιβύη. Ουσιαστικά, η τουρκική πολιτική την περίοδο 2015-2023 στόχευε στην ενίσχυση της επιρροής της χώρας σε ολόκληρη την περιοχή και πέραν αυτής.
Σε κάθε διεθνές σύστημα, όταν δύο ισχυρά κράτη συνυπάρχουν στην ίδια περιοχή, είναι πιθανό να οδηγηθούν σε ανταγωνισμό. Κάτι αντίστοιχο συνέβη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η συμμαχία ΗΠΑ – Σοβιετικής Ένωσης κατά της ναζιστικής Γερμανίας εξελίχθηκε στον Ψυχρό Πόλεμο. Αντίστοιχα λειτούργησε και η ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη επί αιώνες.
Αυξανόμενη ένταση μεταξύ Ιερουσαλήμ και Άγκυρας
Η Τουρκία και το Ισραήλ συγκαταλέγονται στις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της Μέσης Ανατολής. Αμφότερες είναι σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών και διαθέτουν ισχυρή αμυντική βιομηχανία. Ωστόσο, εκπροσωπούν διαφορετικές ιδεολογικές κατευθύνσεις: το Ισραήλ κυβερνάται από μια δεξιά παράταξη με έντονα θρησκευτικά και εθνικιστικά χαρακτηριστικά, ενώ η Τουρκία από ένα συντηρητικό, λαϊκιστικό κόμμα με ισλαμικές αναφορές.
Ο Ερντογάν δήλωσε ότι «οι επιθέσεις του Νετανιάχου και του δικτύου δολοφόνων του στον Λίβανο και τη Συρία έχουν φέρει την κατάσταση σε σημείο που απειλεί και την Τουρκία».
Παράλληλα, κατηγόρησε το Ισραήλ ότι αποσταθεροποιεί αφρικανικές χώρες, αναφερόμενος στην αναγνώριση της Σομαλιλάνδης. Η Τουρκία διατηρεί στρατιωτική παρουσία στη Σομαλία και υποστηρίζει τη χώρα εδώ και χρόνια.
Ο Τούρκος πρόεδρος κατηγόρησε επίσης το Ισραήλ ότι προκαλεί «διχόνοια» στην Ανατολική Μεσόγειο, κάνοντας αναφορά στις σχέσεις του με την Κύπρο. Η Τουρκία στηρίζει το ψευδοκράτος στα κατεχόμενα της Κύπρου, το οποίο αναγνωρίζει ως ανεξάρτητο κράτος. Η τουρκική εισβολή του 1974 οδήγησε στη διαίρεση του νησιού.
Τα τελευταία χρόνια, οι σχέσεις του Ισραήλ με την Κύπρο και την Ελλάδα έχουν ενισχυθεί σημαντικά, γεγονός που αμφισβητεί τον ρόλο που επιδιώκει να διαδραματίσει η Άγκυρα στην Ανατολική Μεσόγειο.
«Αυτές οι μικρές οντότητες, των οποίων οι φιλοδοξίες υπερβαίνουν κατά πολύ το μέγεθός τους, έχουν επιβιβαστεί στο πλοίο των ισραηλινών σχεδιασμών και λειτουργούν ως υπεργολάβοι του σιωνισμού, κυνηγώντας φαντασιώσεις στην Ανατολική Μεσόγειο», δήλωσε ο Ερντογάν.
«Θέλω όλοι να γνωρίζουν ότι αν παραβιαστούν τα δικαιώματα της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων στην Ανατολική Μεσόγειο, η απάντησή μας θα είναι ξεκάθαρη και πολύ ισχυρή», πρόσθεσε.
Οι δηλώσεις των τελευταίων ημερών έχουν προκαλέσει ανησυχία τόσο στην Ιερουσαλήμ όσο και στην Άγκυρα.
Είναι σαφές ότι, υπό τις σημερινές ηγεσίες τους, η Τουρκία και το Ισραήλ θα συνεχίσουν τις λεκτικές συγκρούσεις. Το ερώτημα είναι αν αυτές οι εντάσεις θα μπορούσαν κάποια στιγμή να εξελιχθούν σε σοβαρότερη αντιπαράθεση στη Συρία ή στην Ανατολική Μεσόγειο.
