Η εφαρμογή των κυρώσεων του νόμου CAATSA (Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act), που επιβλήθηκαν λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400, έχει προκαλέσει σημαντικές αναταράξεις και στην επιχειρησιακή ετοιμότητα του στόλου των ελικοπτέρων. Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στην απαγόρευση έκδοσης αδειών εξαγωγής από την αμερικανική Διεύθυνση Ελέγχου Αμυντικού Εμπορίου προς την Τουρκική Προεδρία Αμυντικής Βιομηχανίας (SSB). Αυτό επηρεάζει άμεσα την αλυσίδα εφοδιασμού για κρίσιμα ανταλλακτικά, την τεχνική υποστήριξη από την κατασκευάστρια Boeing και την πρόσβαση σε αναβαθμίσεις λογισμικού των ηλεκτρονικών συστημάτων.
Επιπλέον, ορισμένα από τα ελικόπτερα παραδόθηκαν χωρίς πλήρη συστήματα αυτοπροστασίας και ηλεκτρονικού πολέμου, καθώς οι άδειες εξαγωγής για υποσυστήματα τρίτων χωρών που χρησιμοποιούν αμερικανική τεχνολογία «πάγωσαν».
Η συντήρηση γίνεται πλέον με μεγαλύτερη δυσκολία μέσω εναλλακτικών οδών ή εγχώριων λύσεων, γεγονός που αυξάνει το κόστος και τον χρόνο που τα αεροσκάφη παραμένουν καθηλωμένα στο έδαφος. Παρά τις πρόσφατες προσπάθειες προσέγγισης μεταξύ Άγκυρας και Ουάσινγκτον εντός του 2026 για την εξεύρεση μιας «φόρμουλας» άρσης των κυρώσεων, ο στόλος των Chinook παραμένει δέσμιος των περιορισμών στις άμεσες στρατιωτικές πωλήσεις και την τεχνική αρωγή.
Η Τουρκία διέθετε ως το απόγευμα της Τετάρτης, 22 Απριλίου 2026, συνολικά 11 ελικόπτερα CH-47F Chinook, τα οποία παραλήφθηκαν σε δύο παρτίδες (έξι και πέντε μονάδες αντίστοιχα) για τις ανάγκες των Χερσαίων Δυνάμεων και των Ειδικών Δυνάμεων. Παρόλο που ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε την απόκτηση 14 μονάδων, το πρόγραμμα περιορίστηκε στα 11 λόγω οικονομικών πιέσεων και της μετέπειτα διπλωματικής κρίσης με τις ΗΠΑ.
