Δραματικές είναι οι εξελίξεις μετά την ανοιχτή απειλή των ΗΠΑ για προσάρτηση της Γροιλανδίας, γεγονός που έχει προκαλέσει σοκ σε παγκόσμιο επίπεδο, αναδεικνύοντας την ακραία δυναμική των αμερικανοευρωπαϊκών σχέσεων και τις στρατηγικές συνέπειες για τη Ρωσία και τον Αρκτικό χώρο.
Η κατάσταση κορυφώθηκε με τη δημόσια συγκίνηση της υπουργού Εξωτερικών της Γροιλανδίας, Vivian Motzfeldt, κατά τη διάρκεια συνέντευξής της μετά τη συνάντηση με αξιωματούχους της κυβέρνησης των ΗΠΑ στον Λευκό Οίκο στις 14/1/2026, γεγονός που αντικατοπτρίζει την τεράστια πίεση και αβεβαιότητα που δημιουργεί η αμερικανική πολιτική για το νησί.
Ξέσπασε σε λυγμούς η υπουργός Εξωτερικών της Γροιλανδίας
Η Motzfeldt εμφανίστηκε ιδιαίτερα φορτισμένη, με τη φωνή της να τρέμει όταν ρωτήθηκε αν κατάφερε να παραμείνει ψύχραιμη κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
Η υπουργός δήλωσε ότι το υπουργείο της εργάζεται εντατικά για να προετοιμαστεί για διαπραγματεύσεις και να διασφαλίσει ότι οι Γροιλανδοί θα μπορούν να «ζήσουν με ασφάλεια».
Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, μετά τη συνάντηση η πίεση από την Ουάσινγκτον εντάθηκε ακόμα περισσότερο.
Η συνάντηση της 14ης Ιανουαρίου μεταξύ των υπουργών Εξωτερικών της Δανίας και της Γροιλανδίας, Lars Løkke Rasmussen και Vivian Motzfeldt με τον επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας Marco Rubio και τον αντιπρόεδρο J. D. Vance, δεν κατάφερε να αμβλύνει τις απειλές των ΗΠΑ για το νησί.
Παρά την επίσημη συμφωνία να δημιουργηθεί μια ομάδα εργασίας για την εξερεύνηση τρόπων ενίσχυσης της ασφάλειας στον Αρκτικό χώρο, η αμερικανική στάση παρέμεινε αδιάλλακτη.
Vivian Motzfeldt
Πανικός στην Ευρώπη
Η κατάσταση έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία στην Ευρώπη.
Σε δηλώσεις της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Kaja Kallas, περιέγραψε την κατάσταση ως τρομακτική, υπογραμμίζοντας ότι ήρθε η ώρα να ληφθούν προληπτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων πιθανών κυρώσεων σε περίπτωση αμερικανικής επιθετικότητας έναντι κράτους μέλους της ΕΕ.
Η στάση της Ουάσινγκτον, όπως επισημάνθηκε, αναδεικνύει την ακραία αδιαλλαξία των ΗΠΑ και την κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων στον Αρκτικό χώρο.
Ασφυκτική πίεση των ΗΠΑ
Η πίεση ξεκίνησε πριν καν τη συνάντηση.
Ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump είχε δημοσιεύσει προηγουμένως μια ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα, δηλώνοντας ότι οποιοδήποτε αποτέλεσμα εκτός από τη μεταβίβαση της Γροιλανδίας υπό τον πλήρη έλεγχο των ΗΠΑ είναι «απαράδεκτο».
Οι ΗΠΑ αιτιολογούν την αξίωσή τους με στρατηγικούς λόγους, επισημαίνοντας τη σημασία του νησιού για την ανάπτυξη ενός συστήματος αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας, το οποίο ονομάζεται «Golden Dome», με στόχο την αποτροπή των «επιθετικών σχεδίων» Κίνας και Ρωσίας στον Αρκτικό χώρο.
Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων προσφέρθηκαν στη Δανία τεράστια οικονομικά ανταλλάγματα, που υπολογίζονται σε περίπου 100 δισεκατομμύρια δολάρια, μαζί με μίσθωση διάρκειας ζωής, χαρακτηρίζοντας τη συμφωνία ως «συμφωνία του αιώνα» στον τομέα των ακινήτων.
Σε περίπτωση αποτυχίας, ο Trump δεν απέκλεισε την πιθανότητα στρατιωτικής κατάληψης του νησιού.
Έντονη ανησυχία στη Δανία – Η Ευρώπη στέλνει …συμβολικές στρατιωτικές δυνάμεις
Ο ίδιος ο Rasmussen παραδέχθηκε μετά τη συνάντηση ότι η Δανία δεν κατάφερε να αλλάξει τη θέση των ΗΠΑ.
«Προφανώς, ο πρόεδρος θέλει να καταλάβει τη Γροιλανδία», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Η συνάντηση κατέληξε στην απόφαση να δημιουργηθεί μια ομάδα υψηλού επιπέδου για να εξετάσει τρόπους ικανοποίησης των αμερικανικών συμφερόντων ασφαλείας χωρίς να παραβιαστεί η εδαφική ακεραιότητα της Δανίας.
Ωστόσο, ο ίδιος ο Trump αμέσως μετά διατήρησε την αβεβαιότητα σχετικά με τις πιθανές στρατιωτικές κινήσεις, δηλώνοντας στους δημοσιογράφους: «Δεν ξέρετε τι θα κάνω».
Η αντίδραση στην Ευρώπη ήταν άμεση και έντονη.
Γερμανία, Γαλλία και Σουηδία ανακοίνωσαν την απόφαση να στείλουν στρατιωτικές δυνάμεις στη Γροιλανδία εκτός πλαισίου ΝΑΤΟ, υπογραμμίζοντας την ανησυχία τους για τις αμερικανικές κινήσεις.
Ωστόσο, η αποστολή μικρού ευρωπαϊκού στρατιωτικού σώματος δύσκολα μπορεί να αναχαιτίσει τις ΗΠΑ, ειδικά εάν προχωρήσουν στην πλήρη εγκατάσταση στρατιωτικών υποδομών στο νησί.
Η πιθανότητα διεξαγωγής δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία της Γροιλανδίας, που θα περιλάμβανε και ερώτημα για την ένταξη στις ΗΠΑ, θα μπορούσε να κλίνει υπέρ της Ουάσινγκτον, δεδομένης της οικονομικής προθυμίας των Αμερικανών να προσφέρουν μεγάλα χρηματικά ποσά στους κατοίκους.
Επιπλέον, η εγκατάσταση στρατιωτικής βάσης θα επέτρεπε την «εποπτεία» του δημοψηφίσματος, εξασφαλίζοντας το επιθυμητό αποτέλεσμα.
