«Κακή συμφωνία»: Σφοδρές αντιδράσεις στο Ισραήλ για τη συμφωνία Τραμπ με το Ιράν – Φόβοι για σοβαρές παραχωρήσεις στην Τεχεράνη
Ψυχρολουσία στο Ισραήλ μετά τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν
Με έντονη δυσπιστία, ανησυχία και οργή υποδέχθηκε μεγάλο μέρος του πολιτικού και στρατηγικού κατεστημένου του Ισραήλ τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός που ανακοίνωσε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ με το Ιράν.
Χαρακτηριστικό του κλίματος που επικρατεί στη χώρα ήταν το πρωτοσέλιδο της κυριακάτικης έκδοσης της ισραηλινής εφημερίδας «Yediot Aharonot», η οποία συνόψισε την επικρατούσα άποψη με δύο μόνο λέξεις: «Κακή συμφωνία».
Για πολλούς στο Ισραήλ, η συμφωνία όχι μόνο δεν επιτυγχάνει τους βασικούς στρατηγικούς στόχους που είχαν τεθεί μετά τις πολεμικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν, αλλά ενδέχεται να προσφέρει στην Τεχεράνη πολύτιμο χρόνο και οικονομική ανάσα για να ανασυγκροτήσει τις δυνατότητές της.
Το Ισραήλ έμεινε εκτός των διαπραγματεύσεων
Η δυσαρέσκεια γίνεται ακόμη μεγαλύτερη από το γεγονός ότι το Ισραήλ, παρά τον καθοριστικό ρόλο που διαδραμάτισε στις συγκρούσεις με το Ιράν τους τελευταίους μήνες, δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στη συμφωνία.
Το Τελ Αβίβ βρέθηκε ουσιαστικά εκτός της διαδικασίας που διαμόρφωσε το νέο πλαίσιο σχέσεων μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, γεγονός που έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό τόσο στην κυβέρνηση όσο και στους στρατιωτικούς κύκλους.
Ακόμη και πριν από την επίσημη ανακοίνωση της συμφωνίας, οι πληροφορίες που διέρρεαν στον Τύπο είχαν ήδη προκαλέσει κύμα αντιδράσεων από πολιτικούς, αναλυτές και πρώην αξιωματούχους ασφαλείας.
Τι προβλέπει η συμφωνία
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, το αρχικό μνημόνιο κατανόησης προβλέπει την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, μίας από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς παγκοσμίως για τη μεταφορά ενέργειας.
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναμένεται να προχωρήσουν στην άρση του αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών, ενώ η εκεχειρία που συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο πλευρών θα παραταθεί για διάστημα 60 ημερών.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου θα πραγματοποιηθούν διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, καθώς και για το μέλλον των αμερικανικών κυρώσεων που έχουν επιβληθεί στην Τεχεράνη.
Ωστόσο, για πολλούς στο Ισραήλ, τα μέτρα αυτά απέχουν σημαντικά από τους αρχικούς στόχους που είχαν τεθεί.
Οι στόχοι του Νετανιάχου που μένουν ανεκπλήρωτοι
Από την πρώτη στιγμή των συγκρούσεων, ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε θέσει ως κεντρικό στόχο την εξάλειψη των υπαρξιακών απειλών που αντιμετωπίζει το Ισραήλ.
Αυτό περιλάμβανε:
- Την πλήρη εξουδετέρωση της πυρηνικής απειλής του Ιράν.
- Τη διάλυση του βαλλιστικού πυραυλικού προγράμματος της Τεχεράνης.
- Τη δημιουργία συνθηκών που θα οδηγούσαν σε πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό του Ιράν.
- Τον τερματισμό της υποστήριξης προς τη Χεζμπολάχ, τους Χούθι και τη Χαμάς.
Οι επικριτές της συμφωνίας θεωρούν ότι κανένας από αυτούς τους στόχους δεν διασφαλίζεται με σαφή τρόπο από το νέο πλαίσιο που διαμορφώνεται.
Οι ανησυχίες για τους πυραύλους και τις ένοπλες οργανώσεις
Ένα από τα βασικά σημεία κριτικής αφορά την απουσία αναφοράς στο πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν.
Ο πρώην αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Ισραήλ, Τζέικομπ Νάγκελ, δήλωσε ότι τα δύο σημαντικότερα ζητήματα για την ασφάλεια του Ισραήλ απουσιάζουν σχεδόν πλήρως από τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί.
Όπως τόνισε, δεν υπάρχουν σαφείς αναφορές ούτε στους βαλλιστικούς πυραύλους της Τεχεράνης ούτε στη συνεχιζόμενη υποστήριξη που παρέχει το Ιράν στις ένοπλες οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στην περιοχή.
Η συγκεκριμένη παράλειψη θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρή, καθώς οι οργανώσεις αυτές αποτελούν διαχρονικά έναν από τους βασικούς μηχανισμούς άσκησης επιρροής της Τεχεράνης στη Μέση Ανατολή.
Σκληρές αντιδράσεις από αντιπολίτευση και πρώην συμμάχους
Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Νετανιάχου άσκησαν ακόμη πιο έντονη κριτική στη συμφωνία.
Ο πρώην υπουργός Άμυνας Αβιγκντόρ Λίμπερμαν χαρακτήρισε τη συμφωνία «καταστροφή από την οπτική γωνία του Ισραήλ», εκφράζοντας φόβους ότι η Τεχεράνη θα βγει ενισχυμένη από τη διαδικασία.
Ακόμη πιο σκληρός εμφανίστηκε ο ηγέτης της αντιπολίτευσης Γιαΐρ Λαπίντ, ο οποίος δήλωσε ότι, εφόσον επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες για το περιεχόμενο της συμφωνίας, πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες αποτυχίες της ισραηλινής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.
Η πρώτη δημόσια αντίδραση υπουργού της κυβέρνησης
Παρότι η κυβέρνηση Νετανιάχου απέφυγε αρχικά να τοποθετηθεί επισήμως, προφανώς για να μη δημιουργήσει ευθεία σύγκρουση με τον Λευκό Οίκο, ο υπουργός Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ έσπασε τη σιωπή.
Σε ανάρτησή του υπογράμμισε ότι η συμφωνία του Ντόναλντ Τραμπ δεν δεσμεύει το Ισραήλ και δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις για την ασφάλεια της χώρας.
Παράλληλα τόνισε ότι το Ισραήλ δεν πρέπει να εγκαταλείψει τις επιχειρήσεις εναντίον της Χεζμπολάχ ούτε να αποσυρθεί από περιοχές του Λιβάνου που έχουν καταληφθεί κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων.
Τα βασικά προβλήματα που εντοπίζει το Ισραήλ
Σύμφωνα με ισραηλινές πηγές που έχουν ενημερωθεί για το περιεχόμενο της συμφωνίας, τρία είναι τα σημαντικότερα ζητήματα που προκαλούν ανησυχία:
Το πυρηνικό πρόγραμμα
Δεν υπάρχουν ξεκάθαρες προβλέψεις για τη διαχείριση των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν, ενώ οι περιορισμοί που προβλέπονται κρίνονται ανεπαρκείς.
Η οικονομική ενίσχυση της Τεχεράνης
Αντί να αποδυναμώνεται το ιρανικό καθεστώς, η συμφωνία εκτιμάται ότι θα επιτρέψει την επιστροφή σημαντικών οικονομικών πόρων στα κρατικά ταμεία.
Η στήριξη προς τις οργανώσεις-πληρεξούσιους
Δεν προβλέπεται κάποιος σαφής μηχανισμός που να υποχρεώνει το Ιράν να σταματήσει την υποστήριξη προς τη Χεζμπολάχ, τους Χούθι και άλλες φιλοϊρανικές οργανώσεις.
Ο Νετανιάχου ανάμεσα στον Τραμπ και την εσωτερική πίεση
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου καθώς πλησιάζουν οι εθνικές εκλογές που αναμένονται στα τέλη Οκτωβρίου.
Από τη μία πλευρά δέχεται πιέσεις από πολιτικούς συμμάχους και στελέχη του κυβερνητικού συνασπισμού να απορρίψει τη συμφωνία και να υιοθετήσει πιο σκληρή στάση απέναντι στο Ιράν.
Από την άλλη πλευρά, αποφεύγει να έρθει σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τον Ντόναλντ Τραμπ, καθώς η στενή σχέση των δύο ανδρών αποτελεί διαχρονικά ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά του πλεονεκτήματα.
Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιαίτερα δύσκολη πολιτική εξίσωση, η οποία ενδέχεται να επηρεάσει τόσο τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στο Ισραήλ όσο και τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή τους επόμενους μήνες.
