*Του Αριστείδη Δημητράτου-onalert
Σαν σήμερα πριν από 30 χρόνια, στις 30 Ιανουαρίου του 1996, Ελλάδα και Τουρκία βρέθηκαν «μια ανάσα» από μια πολεμική σύγκρουση, με τις στρατιωτικές δυνάμεις των δύο χωρών να είναι κυριολεκτικά «με το δάχτυλο στην σκανδάλη», στο αποκορύφωμα μιας αρχικά διπλωματικής και πολιτικής αντιπαράθεσης που εξελίχθηκε στην συνέχεια σε στρατιωτική και που έμεινε στην ιστορία ως κρίση των Ιμίων.
Πολλά έχουν γραφτεί, πολλά έχουν ειπωθεί για την την κρίση των Ιμίων είτε από δημοσιογράφους που κάλυψαν το γεγονός είτε από πολιτικούς που είχαν θέσεις ευθύνης και φυσικά από στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων που έζησαν από «πρώτο χέρι» την κλιμάκωση των εντάσεων στο πεδίο.
Από την προσάραξη του τουρκικού φορτηγού πλοίου «Φιγκέν Αγκάτ» στην ανατολική Ίμια το πρωί της 26ης Δεκεμβρίου του 1995, τον λεγόμενο «πόλεμο των σημαιών», την σταδιακή ανάπτυξη ελληνικών και τουρκικών στρατευμάτων στην περιοχή των Ιμίων και την τραγική συντριβή του ανθυποβρυχιακού ελικοπτέρου «ΠΝ 21» τύπου AB212 από την οποία έχασαν την ζωή τους οι ήρωες Υποπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης, Υποπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος και Αρχικευλευστής Έκτορας Γιαλοψός, το χρονικό της κρίσης των Ιμίων παραμένει δυστυχώς επίκαιρο, αφού επέτρεψε στην Τουρκία να θέσει ζήτημα «γκρίζων ζωνών» αμφισβητώντας την κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας σε αρκετά νησιά του Αιγαίου, κάτι που η Άγκυρα μας υπενθυμίζει μέχρι και σήμερα.
Για αυτόν τον λόγο εξάλλου θεωρείται στο συλλογικό ιστορικό ασυνείδητο ως μια «μαύρη σελίδα» της σύγχρονης πολιτικής και στρατιωτικής ιστορίας μας, που μνημονεύεται με πικρία, θυμό, εκνευρισμό και συχνά αποτελεί αφορμή εσωτερικών κομματικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων, ενώ παράλληλα μας υπενθυμίζει ότι το τουρκικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν είναι ένα θεωρητικό κατασκεύασμα, αλλά ένα όραμα της γειτονικής μας χώρας, που κάλλιστα μπορεί να γίνει πραγματικότητα όταν προκύψουν οι κατάλληλες συνθήκες, όπως έγινε ακριβώς πριν τρεις δεκαετίες.
Αυτό που έχει παρατηρηθεί στις αναλύσεις και στις όποιες δημόσιες συζητήσεις για την κρίση των Ιμίων, είναι το γεγονός ότι δεν είναι η πρώτη ελληνοτουρκική κρίση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας ειδικά κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και μετά την δημιουργία της Συμμαχίας του NATO, στην οποία Ελλάδα και Τουρκία έγιναν μέλη την ίδια μέρα, στις 18 Φεβρουαρίου του 1952.
Είχε προηγηθεί η κρίση του 1976 με την περίφημη φράση «Βυθίσατε το Χόρα» του τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης – Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά και η κρίση του 1987 με «πρωταγωνιστή» το ίδιο τουρκικό ερευνητικό πλοίο που είχε μετονομαστεί σε «Σισμίκ», με τον ιστορικό ηγέτη του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία να διαχειρίζεται με αποφασιστικότητα τόσο σε διπλωματικό επίπεδο όσο και επί του πεδίου τις τουρκικές προκλήσεις, αναγκάζοντας την Άγκυρα να υποχωρήσει – προς το παρόν όπως φάνηκε – στην αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο.
Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι στην κρίση του 1987, η πολιτική ηγεσία κινήθηκε γρήγορα, πήρε κρίσιμες αποφάσεις μέσω ΚΥΣΕΑ, έδωσε σαφείς εντολές στις Ένοπλες Δυνάμεις για τον αντικειμενικό σκοπό με ενιαίο συντονισμό για την επίτευξή του. Ωστόσο, αυτό δεν συνέβη στην κρίση των Ιμίων του 1996 και αυτό οφείλεται σε πολιτικούς λόγους που κατ’ επέκταση επηρέασαν και την δράση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στο επιχειρησιακό σκέλος. Αυτό είναι εν προκειμένω το αντικείμενό μας.
«Πόλεμος των σημαιών»
Η κινητοποίηση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων ξεκίνησε στις 25 Ιανουαρίου του 1996 όταν ο τότε δήμαρχος Καλύμνου Δημήτριος Διακομιχάλης έβαλε μια ελληνική σημαία στην ανατολική Ίμια, ενώ στην συνέχεια ενημερώθηκε ο τότε Διοικητής της 80 ΑΔΤΕΑ με έδρα την Κω, Αθανάσιος Νικολοδήμος.
Οι φωτογραφίες και τα πλάνα με την ελληνική σημαία στην ανατολική Ίμια που μεταδόθηκαν στην ελληνική τηλεόραση προκάλεσαν την οργή της τουρκικής πλευράς, η οποία με ρηματική διακοίνωση της 29ης Δεκεμβρίου 1995 είχε υποστηρίξει ότι τα Ίμια ανήκουν στο κτηματολόγια της περιφέρειας Αλικαρνασσού.
Τούρκοι δημοσιογράφοι της εφημερίδας «Milliyet» σπεύδουν να κατεβάσουν την ελληνική σημαία από την ανατολική Ίμια αλλά κάνουν λάθος και αποβιβάζονται σε λάθος νησίδα. Στη συνέχεια, Τούρκοι δημοσιογράφοι της «Hurriyet» έχοντα αντιληφθεί το σφάλμα των συναδέλφων τους, σπεύδουν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία και στις 27 Ιανουαρίου 1996 κατεβάζουν τη σημαία και την αντικαθιστούν με την τουρκική.


Κυριακή – 28 Ιανουαρίου 1996
Όπως ήταν αναμενόμενο, ήταν θέμα χρόνου οι ελληνικές ναυτικές δυνάμεις που περιπολούσαν την περιοχή να αντιληφθούν το τι είχε συμβεί και λίγο μετά τις 08:30 το πρωί της 28ης Ιανουαρίου είδαν την τουρκική σημαία να κυματίζει στην ανατολική Ίμια και γρήγορα ενημέρωσαν τον τότε Αρχηγό Γενικού Επιτελείου Ναυτικού (Α/ΓΕΝ) Ναύαρχο Ιωάννη Στάγκα, που με την σειρά του ενημέρωσε τον τότε Αρχηγό Γενικού Επιτελείου (Α/ΓΕΕΘΑ) Ναύαρχο Χρήστο Λυμπέρη, ενώ σχετικώς ενημερώθηκε και ο τότε υπουργός Άμυνας Γεράσιμος Αρσένης.
Τότε δόθηκε εντολή να υποσταλεί η τουρκική σημαία και η σκέψη του Α/ΓΕΕΘΑ και του υπουργού Άμυνας ήταν να αντικατασταθεί από πολιτικά πρόσωπα όχι από στρατιωτικές δυνάμεις, προκειμένου αφενός μην φανεί ως μια κίνηση κλιμάκωσης και αφετέρου να στείλει «μήνυμα» στην Άγκυρα ότι η Αθήνα δεν υποχωρεί σε θέματα κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Όμως, λόγω σύγχυσης πληροφοριών και αδυναμίας μεταφοράς εντολών – όπως έχουν δηλώσει δημόσια τόσο ο Α/ΓΕΕΘΑ όσο ο τότε Ναυτικός Διοικητής Ιωάννης Καλλιγιάνης – το περιπολικό «Αντωνίου» του Πολεμικού Ναυτικού περί τις 10:00 π.μ. της 28ης Ιανουαρίου αντικατέστησε την τουρκική με την ελληνική σημαία στην ανατολική Ίμια κάτι που προκάλεσε την αντίδραση τόσο του Γεράσιμου Αρσένη όσο και του τότε υπουργού Εξωτερικών Θεόδωρου Πάγκαλου, με την πολιτική ηγεσία να αντιλαμβάνεται ότι η εμπλοκή των Ενόπλων Δυνάμεων είναι πλέον αναπόφευκτη.
Για αυτόν τον λόγο συνεδρίασε το ΣΑΓΕ (Συμβούλιο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων) το οποίο αποφασίζει την ανάπτυξη ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στην ανατολική Ίμια για την φύλαξη της σημαίας. Όπως έχει περιγράψει και στο βιβλίο του «Πορεία σε Ταραγμένες Θάλασσες» ο τότε Α/ΓΕΕΘΑ Ναύαρχος Λυμπέρης ζήτησε από τον τότε Α/ΓΕΣ Στρατηγό Κωνσταντίνο Βούλγαρη να διαθέσει δυνάμεις Καταδρομών ως άγημα φύλαξης της σημαίας αφού πρόκειται για περιοχή ευθύνης της ΑΣΔΕΝ (Ανωτάτη Στατιωτική Διοίκηση Εσωτερικού Νήσων) που υπάγεται στον Στρατό Ξηράς.
Ωστόσο, ο τελευταίος αρνήθηκε λέγοντας ότι υπήρχε πρόβλημα στην διαθεσιμότητα του προσωπικού αλλά και ελλείψεις, με αποτέλεσμα ο Α/ΓΕΕΘΑ Λυμπέρης να στραφεί στον Α/ΓΕΝ και να του ζητήσει να αναπτύξει βατραχανθρώπους της Μονάδας Υποβρυχίων Καταστροφών στην ανατολική Ίμια, όπως και έγινε.
Μετά τις 8 το βράδυ της 28ης Ιανουαρίου 1996, η κανονιοφόρος «Πυρπολητής» του Πολεμικού Ναυτικού μεταφέρει τους Έλληνες βατραχανθρώπους, που διαιρέθηκαν σε δύο ομάδες των 6-7 ατόμων. Μια ομάδα αναπτύσσεται στην ανατολική Ίμια και η άλλη παραμένει στο ελληνικό πολεμικό πλοίο σε ετοιμότητα, ενώ στην περιοχή έχουν αναπτυχθεί επίσης τα περιπολικά ανοιχτής θαλάσσης «Αντωνίου» και «Παναγόπουλος», ενώ η τουρκική δύναμη μέχρι εκείνη την στιγμή αποτελείται από μικρά σκάφη ενώ σημειώθηκαν και δύο παραβιάσεις τουρκικών F-16.
Παράλληλα, ο Στρατός Ξηράς έχει συγκροτήσει μια δύναμη Καταδρομών από το 5ο ΕΤΕΑ με έδρα την Κω, η οποία βρισκόταν σε ετοιμότητα 15 λεπτών με ελικόπτερα Huey, πυρομαχικά και εξοπλισμό για να επέμβει αφού χρειαστεί.
Δευτέρα – 29 Ιανουαρίου 1996
Το πρωϊ της επομένης, τα «βατράχια» του Πολεμικού Ναυτικού επέστρεψαν στην κανονιοφόρο «Πυρπολητής» και με εντολή του Α/ΓΕΕΘΑ αναπτύχθηκαν εκ νέου στην ανατολική Ίμια περί τις 10:45, ενώ οι δύο ομάδες Καταδρομών στην Κω είναι πλέον έτοιμες για επιχειρησιακή ανάπτυξη με αποστολή την άμυνα των βραχονησίδων, το Δ’ Σώμα Στρατού βρίσκεται σε επιφυλακή ενώ σε εξέλιξη βρίσκεται η ΤΑΑΣ (Τακτική Άσκηση Άνευ Στρατευμάτων) με την κωδική ονομασία «Αλέξανδρος» χάρη στην οποία τα Κέντρα Επιχειρήσεων των Γενικών Επιτελείων των Ενόπλων Δυνάμεων είναι επανδρωμένα, γεγονός που τους επιτρέπει να έχουν πλήρη εικόνα της κατάστασης.
Λίγο μετά τις 12 το μεσημέρι, τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη πραγματοποίησαν υπέρπτηση από την κανονιοφόρο «Πυρπολητής» η οποία τα «λόκαρε» ενώ ένα τουρκικό πολιτικό ελικόπτερο πέταξε πάνω από τα Ίμια και έβγαλε φωτογραφίες. Ταυτόχρονα, τουρκικές αεροπορικές δυνάμεις συγκεντρώνονται στα δυτικά παράλια της χώρας και πραγματοποιούνται παραβάσεις του FIR Αθηνών. Την ίδια στιγμή, οι τουρκικές και οι ελληνικές ναυτικές δυνάμεις ενισχύονται στην περιοχή με περισσότερες μονάδες επιφανείας και πολεμικά πλοία.
Το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού λαμβάνει σήμα από τον Α/ΓΕΕΘΑ, με το οποίο αποδεσμεύονται ορισμένοι κανόνες εμπλοκής και τους δίνεται εντολή να αναχαιτιστεί η οποιαδήποτε απόπειρα αποβίβασης τουρκικών δυνάμεων στα Ίμια ενώ εγκρίνεται και η χρήση προειδοποιητικών βολών. Το βράδυ της 29ης Ιανουαρίου 1996 η τότε πρωθυπουργός της Τουρκίας, Τανσού Τσιλέρ, σε συνεδρίαση με την στρατιωτική ηγεσία της χώρας, να «εξουδετερωθούν οι Έλληνες από τα Ίμια και να κατεβεί η ελληνική σημαία».

Παρά τις αντικρουόμενες αφηγήσεις για το τι πραγματικά ειπώθηκε στη σύσκεψη, το συμπέρασμα είναι ότι η τουρκική πλευρά αποφάσισε την απόβαση Τούρκων βατραχανθρώπων στην δυτική Ίμια, γνωρίζοντας ότι Έλληνες στρατιώτες βρίσκονταν στην ανατολική Ίμια, σε μια προσπάθεια να προβάλλουν στρατιωτική ισχύ δίχως να ξεσπάσει άμεσα πολεμική σύγκρουση.
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι μέχρι τη δεδομένη χρονική στιγμή, η ελληνική πλευρά είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων, αφού οι Ένοπλες Δυνάμεις ήταν σε επιφυλακή, μονάδες εξοπλίζονταν, μαχητικά αεροσκάφη και βομβαρδιστικά προετοιμάζονταν για επιχειρήσεις και ήδη υπήρχε στρατιωτική παρουσία στην περιοχή, η οποία την επόμενη ημέρα θα ενισχυόταν ακόμα περισσότερο.
Από την άλλη, η τουρκική πλευρά ήταν «εγκλωβισμένη» διότι έπρεπε να βρει τρόπο ώστε να μην βρεθεί προ τετελεσμένων, να αναπτύξει μονάδες από τα Δαρδανέλλια και από το ναύσταθμο του Ακσάζ για υποστήριξη – υπό την παρακολούθηση των ελληνικών δυνάμεων, ώστε να «εξισορροπήσει» το πλεονέκτημα της ελληνικής πλευράς. Οι στόχοι της κάθε πλευράς είχα τεθεί και το επόμενο βήμα θα ήταν η εκτέλεση των σχεδίων τους επί του πεδίου.
Τρίτη – 30 Ιανουαρίου 1996
Στην κορύφωση της κρίσης των Ιμίων, οι ελληνικές και οι τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις κάνουν πλέον σαφές ότι δεν πρόκειται να υποχωρήσουν, αφού συγκεντρώνουν περισσότερες ναυτικές δυνάμεις στην περιοχή, ενώ πλέον ο αμερικανικός παράγοντας ενεργοποιείται καθώς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αντιλαμβάνεται ότι επίκειται κλιμάκωση των εντάσεων και ανοίγει δίαυλο επικοινωνίας τόσο με την Αθήνα όσο και με την Άγκυρα.
Ο ελληνικός Στόλος αποπλέει με στόχο να αναπτυχθεί στην περιοχή των Ιμίων, η οποία πραγματοποιήθηκε με ζωντανή δημοσιογραφική κάλυψη κάτι το οποίο προσέφερε σε πραγματικό χρόνο πληροφορίες και στοιχεία για την ελληνική ναυτική δύναμη στην τουρκική πλευρά, ενώ παράλληλα αυξάνεται η ετοιμότητα τμημάτων μονάδων ειδικών επιχείρησεων των Καταδρομών.
Στους αιθέρες του Αιγαίου σημειώνονται παραβιάσεις τουρκικών μαχητικών αεροσκαφών αλλά και εμπλοκές με ελληνικά αεροσκάφη που τα αναχαιτίζουν. Η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων αποφασίζει μεταξύ άλλων:
- Την διασπορά στρατιωτικών μονάδων σε Έβρο και ανατολικό Αιγαίο.
- Την επιστροφή της φρεγάτας «Ύδρα» από την Αδριατική για να συμμετέχει στις επιχειρήσεις.
- Να ενεργοποιηθούν οι δυνάμεις αεράμυνας.
- Η Πολεμική Αεροπορία να βρίσκεται σε ετοιμότητα και σε διάταξη μάχης.
- Την επιστράτευση της τοπικής εφεδρείας και τμημάτων Εθνοφυλακής στον Έβρο και στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου.
Μια από τις αποφάσεις που έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο στην πορεία της κρίσης, ήταν η διαταγή περίπου στις 3 μ.μ προς τον Διοικητή της 80 ΑΔΤΕΑ, ώστε η δύναμη Καταδρομών που ήταν σε ετοιμότητα στην Κω, να αναπτυχθεί στην Καλόλιμνο και όχι στην δυτική Ίμια, όπως είχε αποφασιστεί αρχικά, γεγονός που ξάφνιασε τον Αθανάσιο Νικολοδήμο, ο οποίος αφού πραγματοποίησε και τηλεφωνική αναγνώριση στον τότε Υπαρχηγό ΓΕΕΘΑ Στρατηγό Σταμπουλή, έλαβε και γραπτή επιβεβαίωση για την καινούργια διαταγή, η οποία και υλοποιήθηκε.

Οι Έλληνες καταδρομείς αναπτύσσονται λοιπόν στην Καλόλιμνο και όχι στη δυτική Ίμια, με αποστολή την αναχαίτιση τυχόν αποβίβασης ξένων δυνάμεων στο νησία, ενώ επίσης δίνεται εντολή για αυξημένη επιτήρηση και στο Φαρμακονήσι, διότι υπήρχαν υποψίες ότι η τουρκική πλευρά θα μπορούσε να πραγματοποιήσει εκεί κάποια επιθετική ενέργεια, η οποία παράλληλα ενισχύει τις ναυτικές δυνάμεις στην περιοχή των Ιμίων.
Το βράδυ της 30ης Ιανουαρίου 1996, η φρεγάτα «Ναβαρίνον» έχει φτάσει κοντά στα Ίμια και ο κυβερνήτης της, Ιωάννης Λιούλης αναλαμβάνει την τακτική διοίκηση των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων που αποτελούνταν από:
- τη φρεγάτα «Ναβαρίνον»,
- το αντιτορπιλικό «Θεμιστοκλής»,
- τις κανονιοφόρους «Πυρπολητής» και «Πολεμιστής»,
- τις πυραυλακάτους «Μυκόνιος», «Ξένος» και «Σταράκης»,
- τα περιπολικά ανοιχτής θαλάσσης «Αντωνίου» και «Παναγόπουλος ΙΙ» και «Παναγόπουλος ΙΙΙ».
Επίσης, ελληνικά πολεμικά πλοία είχαν ήδη αναπτυχθεί βορειότερα για να παρακολουθήσουν τις κινήσεις του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού από τα Δαρδανέλια, ενώ υπήρχαν και υποστηρικτές ελληνικές ναυτικές δυνάμεις στο κεντρικό Αιγαίο και δύναμη υποβρυχίων.
Από την άλλη πλευρά, ο τουρκικός στόλος στην περιοχή των Ιμίων αποτελούνταν από:
- τις φρεγάτες «Yavuz», «Trakya και «Ege»,
- τις πυραυλακάτους «Firtina» και «Gourbet»,
- τα περιπολικά «P111» και «P112» μαζί με σκάφη της Ακτοφυλακής.
Αρκετοί αξιωματικοί που ήταν στο πεδίο τις ημέρες αυτές έχουν διατυπώσει το επιχείρημα ότι ο ελληνικός στόλος είχε τακτικό πλεονέκτημα στην περιοχή, καθώς οι πυραυλάκατοι είχαν «αγκιστρωθεί» σε νησίδες για να καλύπτονται από τα τουρκικά ραντάρ και για να μειώσουν την δυνατότητα προσβολής τους από τουρκικά βλήματα.
Παράλληλα, τα τουρκικά πλοία είχαν στοχοποιηθεί από τις ελληνικές ναυτικές δυνάμεις, οι οποίες μπορούσαν με κατευθυνόμενους πυραύλους να τις πλήξουν αποτελεσματικά, εκμεταλλευόμενες το γεγονός ότι διέθεταν καταλληλότερα βλήματα τύπου Exocet και Penguin, για εμπλοκές στόχων σε μικρές αποστάσεις, μια ικανότητα που δεν είχαν τα βλήματα τύπου Harpoon των τουρκικών πολεμικών πλοίων.

Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη και ο ρόλος των αεροπορικών δυνάμεων. Η ελληνική Πολεμική Αεροπορία είχε σχεδιάσει αποστολές κρούσης του τουρκικού στόλου, ωστόσο αν γενικευόταν η σύρραξη δεν είναι σίγουρο ότι το τακτικό πλεονέκτημα θα ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα υπέρ της ελληνικής πλευράς, λόγω της ισχυρής παρουσίας τουρκικών μαχητικών αεροσκαφών και της δυνατότητας επιχειρήσεων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα λόγω δυνατότητας εναέριου ανεφοδιασμού από ιπτάμενα τάνκερ, που η ελληνική πλευρά δεν διέθετε.
Άρα μπορεί να υπάρχει βάσιμη επιχειρηματολογία για το ναυτικό τακτικό πλεονέκτημα, αλλά στην μεγάλη εικόνα η κατάσταση ήταν πιο περίπλοκη και δεν μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο με βεβαιότητα. Ωστόσο, η κρίση των Ελλήνων αξιωματικών για την επιχειρησιακή κατάσταση στο πεδίο θα κρατάει πάντα την μεγαλύτερη βαρύτητα. Όμως για να γίνουν τα παραπάνω, απαιτείται πρώτα να έχουν αποδεσμευθεί οι κανόνες εμπλοκής από την πολιτική και την στρατιωτική ηγεσία κάτι που γίνεται μέσω του ΚΥΣΕΑ.
Έχοντας σαφείς και ξεκάθαρες εντολές, οι ελληνικές δυνάμεις θα ήξεραν ακριβώς την αποστολή τους ώστε να επιτευχθούν οι αντικειμενικοί σκοποί επί του πεδίου. Ωστόσο, ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης επιθυμούσε αποκλιμάκωση των εντάσεων και διαφωνούσε με την προσέγγιση του Α/ΓΕΕΘΑ Λυμπέρη, ο οποίος ήθελε το συντομότερο δυνατό να έχει το «πράσινο φως» για την ανάληψη πιθανών επιθετικών ενεργειών.
Η απόβαση στην δυτική Ίμια
Η Άγκυρα δεν έμεινε με «σταυρωμένα χέρια» και είχε ήδη θέσει σε εφαρμογή το δικό της επιχειρησιακό πλάνο. Τούρκοι βατραχάνθρωποι με μαύρες εξωλέμβιες τύπου Zodiac, χρησιμοποίησαν αρχικά την κάλυψη τουρκικού πλοίου και έπειτα εκμεταλλευόμενοι τις καιρικές συνθήκες, έφτασαν λίγο μετά τις 01:40 το ξημέρωμα της 31ης Ιανουαρίου στην δυτική Ίμια δίχως να γίνουν αντιληπτοί αφού το «ίχνος» τους στα ελληνικά ραντάρ ήταν εξαιρετικά χαμηλό, στήνοντας μάλιστα και μια τουρκική σημαία.
Την ίδια στιγμή, δύο τουρκικά ελικόπτερα S-70A Black Hawk πετούσαν πάνω από τα Ίμια, δημιουργώντας την εντύπωση στις ελληνικές δυνάμεις ότι επίκειται αεροαποβατική ενέργεια, ωστόσο επρόκειτο για τουρκική παραπλάνηση, ώστε η ελληνική πλευρά να επικεντρωθεί σε αυτούς και όχι στην απόβαση Τούρκων κομάντο.
Οι ελληνικές δυνάμεις, βλέποντας τα τουρκικά ελικόπτερα να ίπτανται, ζητούν κανόνες εμπλοκής με το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού να τους απαντά να ρίξουν φωτοβολίδες για να φωτιστεί το σημείο να να εκδηλώσουν την παρουσία τους στην περιοχή, έπειτα αν συνεχιστούν οι κινήσεις των τουρκικών ελικοπτέρων να ρίξουν προειδοποιητικές βολές και αν τελικά δουν Τούρκους στρατιώτες να αναπτύσσονται στην δυτική Ίμια τότε α ανοίξουν πυρ.
Λίγη ώρα αργότερα, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών ανακοινώνει ότι έχει καταληφθεί η δυτική Ίμια, ενώ στέλεχος κανονιοφόρου που βρίσκεται στην περιοχή αναφέρει ότι παρατήρησε κινητικότητα πάνω στην βραχονησίδα που ήταν οι Τούρκοι κομάντο.
Τελικά, η τουρκική απόβαση έγινε επισήμως γνωστή στην ελληνική πλευρά μέσω του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων με τηλεγράφημα από την Άγκυρα, αφού τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης μετέδιδαν ότι τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις βρίσκονται ήδη στην δυτική Ίμια. Υπήρχαν βέβαια σχετικές πληροφορίες και από τον αμερικανικό παράγοντα που επέβλεπε τις εξελίξεις.

Η πληροφορία αυτή «πάγωσε» την ελληνική πλευρά, με τον Κώστα Σημίτη, τον Α/ΓΕΕΘΑ Λυμπέρη και τον υπουργό Άμυνας Γεράσιμο Αρσένη να δίνουν εντολή για την επιβεβαίωση της είδησης και να συγκαλείται ΚΥΣΕΑ λίγο μετά τις 4 το πρωί. Η ΑΣΔΕΝ λίγη ώρα μετά επιβεβαίωσε την παρουσία Τούρκων βατραχανθρώπων στην δυτική Ίμια. Όπως ήταν αναμενόμενο τα αίματα «άναψαν» με τον Κώστα Σημίτη να αντιδράει οργισμένος για την κατάσταση, αφού όλοι εκείνη την στιγμή – από τον αξιωματικό του πεδίου μέχρι τον πρωθυπουργό – αντιλήφθηκαν ότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα, η δυτική Ίμια ήταν αφύλακτη.
Στο σημείο αυτό δίνεται η εντολή ώστε η 2η ομάδα Ελλήνων βατραχανθρώπων να επιβιβαστεί σε βάρκα και να κατευθυνθεί προς την δυτική Ίμια, όμως τότε προέκυψε ένα τεράστιο πρόβλημα. Λόγω της κατάστασης και της έντασης που επικρατούσε, η 1η ομάδα που ήταν ανεπτυγμένη στην ανατολική Ίμια είχε κάτσει περισσότερο χρόνο από τον προβλεπόμενο και γι’αυτόν τον λόγο είχε και μπαταρίες ασυρμάτων που άνηκαν στην 2η ομάδα.
Έτσι, όταν η 2η ομάδα έλαβε εντολή για να αναπτυχθεί στη δυτική Ίμια, κρίθηκε αναγκαίο να μεταβεί πρώτα στην ανατολική Ίμια, να πάρει τις απαιτούμενες μπαταρίες ασυρμάτων και έπιτα να εκτελέσει την αποστολή της. Εκτός του ότι όλη αυτή η διαδικασία ήταν χρονοβόρα, αναδείχθηκαν οι ελλείψεις και η ανεπάρκεια σε εξοπλισμό και υλικά που ήταν απαραίτητα για μια τέτοια επιχείρηση.
Στο μεσοδιάστημα, οι πληροφορίες ότι Τούρκοι κομάντο ήταν στη δυτική Ίμια είχαν αυξηθεί και έτσι ο Κώστας Σημίτης ζήτησε από τον Α/ΓΕΕΘΑ τι ενέργειες μπορούν να γίνουν για την ανακατάληψη της βραχονησίδας, με τον Ναύαρχο Λυμπέρη να απαντάει ότι μια τέτοια επιχείρηση χρειάζεται τουλάχιστον 6 ώρες, όμως τα χρονικά περιθώρια ήταν στενά, αφού ο Έλληνας πρωθυπουργός απαιτούσε λύση εντός 45 λεπτών, ενώ αδιαφορούσε για τους κανόνες εμπλοκής του Λυμπέρη, ο οποίος επέμενε στο πρώτο πλήγμα, κάτι που αποτυπώνει το χάσμα μεταξύ του πολιτικού και του στρατιωτικού επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων.
Τελικά η απόβαση της 2ης ομάδας Ελλήνων βατραχανθρώπων στην δυτική Ίμια κρίθηκε εξαιρετικά επικίνδυνη επειδή ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα υπάρξει ανταλλαγή πυρών, η εναλλακτική λύση βομβαρδισμού της βραχονησίδας είχε το ίδιο ακριβώς ρίσκο και τελικά αποφασίστηκε να πετάξει ένα ελικόπτερο του Πολεμικού Ναυτικού πάνω από την δυτική Ίμια για να εντοπίσει τους Τούρκους στρατιώτες.
Η συντριβή του «ΠΝ 21»
Όλα αυτά οδήγησαν ώστε ελικόπτερο τύπου AB212 με πλήρωμα τον Υποπλοίαρχο Χριστόδουλο Καραθανάση, τον Υποπλοίαρχο Παναγιώτη Βλαχάκο και τον Αρχικευλευστή Έκτορα Γιαλοψό να απονηωθεί από την φρεγάτα «Ναβαρίνον» παρά τις αρκετά αντίξοες καιρικές συνθήκες και πραγματοποιεί τέσσερα περάσματα πάνω από την δυτική Ίμια, επιβεβαιώνοντας μέσω του δικτύου επικοινωνίας ότι πράγματι Τούρκοι κομάντος είναι στην βραχονησίδα.
Γύρω στις 04:50 π.μ το ελικόπτερο αποχωρεί για να επιστρέψει στην φρεγάτα «Ναβαρίνον» όμως λίγα λεπτά αργότερα ο πιλότος ακούγεται στο δίκτυο να αναφέρει ότι υπάρχει ένδειξη «Master Caution» και αμέσως μετά χάνεται η επαφή και η επικοινωνία με το «ΠΝ 21».
Αρχικά, τα στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού προσπαθούν να αντιληφθούν τι ακριβώς έχει συμβεί. Επικρατεί παγωμάρα, αμηχανία και δυστυχώς γίνεται λίγο αργότερα αντιληπτό ότι το ελληνικό ελικόπτερο έχει συντριβεί.
Οι δυνάμεις του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού ενημερώνουν για το τραγικό περιστατικό την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία.Παράλληλα, οι πυρετώδεις διπλωματικές επαφές Αθήνας – Άγκυρας – Ουάσινγκτον καταλήγουν σε συμφωνία για αμοιβαία απόσυρση στρατιωτών και πολεμικών πλοίων από τα Ίμια, σε συνδυασμό με την υποστολή σημαιών, το περίφημο «no ships-no troops-no flags», που είχε ως αποτέλεσμα την απόσυρση των στρατευμάτων και των ναυτικών δυνάμεων από την περιοχή και την ολοκλήρωση της αποκλιμάκωση των εντάσεων.

Τα διδάγματα
Η κατάληξη της κρίσης των Ιμίων αδιαμφισβήτητα έχει «στιγματιστεί» από την απώλεια των τριών ηρώων του Πολεμικού Ναυτικού με την επίσημη «εκδοχή» να κάνει λόγο για πρόσκρουση του ελικοπτέρου στη θάλασσα με ταχύτητα κάτι που αποκλείει το ενδεχόμενο αναγκαστικής προσθαλάσσωσης, αφού έτσι δεν θα είχαν προκληθεί οι τεράστιες υλικές ζημιές στην κατασκευή του ελικοπτέρου, ενώ οι θεωρίες περί πλήγματος από τουρκικά πυρά δεν έχει επιβεβαιωθεί, με επιστημονικά καταρτισμένα στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού να τις διαψεύδουν.
Η κρίση των Ιμίων εξελίχθηκε με αυτόν τον τρόπο λόγω στρατηγικών λαθών εκ μέρους της ελληνικής πλευράς. Το πρώτο και το κυριότερο ήταν ήταν το γεγονός ότι δεν υπήρχε κοινή «γραμμή» ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία (πρωθυπουργός, υπουργός Άμυνας και υπουργός Εξωτερικών) που ήταν υπέρ της αποκλιμάκωσης των εντάσεων με την Τουρκία, κάτι που επιδιωκόταν με την διαμεσολάβηση των ΗΠΑ και στην στρατιωτική ηγεσία (Α/ΓΕΕΘΑ) ήταν υπέρ της αποδέσμευσης των κανόνων εμπλοκής που αύξανε θεαματικά τις πιθανότητες μιας ανοικτής πολεμικής σύγκρουση με ανυπολόγιστο κόστος, ένα ρίσκο που δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να πάρει η κυβέρνηση.
Σε καταστάσεις κρίσεων και πιθανών πολεμικών συγκρούσεων, η πολιτική ηγεσία διαμορφώνει στρατηγική, καθορίζει στόχους και σε συντονισμό με τις ένοπλες δυνάμεις – κατόπιν εισηγήσεων – λαμβάνονται αποφάσεις και δίνονται εντολές για την δράση των στρατιωτικών δυνάμεων στο πεδίο. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό έγινε στην Άγκυρα αλλά όχι στην Αθήνα. Σημαντικό λάθος ήταν η απόφαση να μην αναπτυχθούν ελληνικές δυνάμεις στη δυτική Ίμια, σε συνδυασμό με την ανατολική Ίμια, αφού η ελληνική πλευρά είχε την πρωτοβουλία κινήσεων και το τακτικό πλεονέκτημα στην περιοχή.
Αν αυτό είχε προβλεφθεί, τότε η τουρκική πλευρά δεν θα είχε κανέναν περιθώριο ελιγμού, ενώ θα αναγκαζόταν να κλιμακώσει την στρατιωτική αντιπαράθεση ακόμα και με γενικευμένη πολεμική σύγκρουση, που εκτός των άλλων θα «εμφάνιζε» την Άγκυρα στα μάτια των Αμερικανών ως επιτεθέμενη χώρα που θέλει να αλλάξει το status quo – μια «κόκκινη γραμμή» για τις ΗΠΑ στην στάση που τηρεί στα ελληνοτουρκικά.
Άλλο λάθος ήταν η επιλογή βατραχανθρώπων για την επάνδρωση στην ανατολική Ίμια και όχι αμφίβιων καταδρομών, αφού παρά τις αντιρρήσεις του Α/ΓΕΣ, ο διοικητής της 80 ΑΔΤΕΑ μαζί με τους επειτελείς είχε φροντίσει εντός ολίγων ωρών την προετοιμασία και τον εξοπλισμών δυνάμεων του 5ου ΕΤΕΑ, αλλά τελικά προτιμήθηκε να σταλούν Καλόλιμνο αντί στην δυτική Ίμια.
Η χώρα μας βυθίστηκε στο πένθος μετά την κρίση των Ιμίων, που παραμένει «ανοιχτή πληγή» μέχρι και σήμερα. Τα διδάγματα των ημερών αυτών είναι ξεκάθαρα για μελλοντικές κρίσεις.
Τα εθνικά θέματα απαιτούν αποφασιστικές κινήσεις της πολιτικής ηγεσίας για την προστασία της κυριαρχίας και των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, καθώς επίσης εξοπλισμό των ενόπλων δυνάμεων με τα απαραίτητα μέσα ώστε όταν χρειαστεί – με ξεκάθαρες εντολές και σαφή σχεδιασμό – να εκτελέσουν την αποστολής τους με αποτελεσματικότητα αφού δεν αποκλείεται η γειτονική μας χώρα μελλοντικά να δημιουργήσει νέα σκηνικά προκλητικότητας.
