Η απόφαση της Γαλλίας και της Γερμανίας να εγκαταλείψουν το πρόγραμμα FCAS (Future Combat Air System) αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από την ακύρωση ενός νέου μαχητικού αεροσκάφους. Συνιστά την αποτυχία ενός από τα πιο φιλόδοξα ευρωπαϊκά αμυντικά εγχειρήματα μετά τη δημιουργία των Eurofighter και Rafale.
Τι ήταν το πρόγραμμα FCAS;
Το πρόγραμμα ξεκίνησε το 2017 με πρωτοβουλία του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν και της Γερμανίας, ενώ αργότερα προσχώρησε και η Ισπανία.
Στόχος ήταν η ανάπτυξη έως το 2040 ενός ολοκληρωμένου αεροπορικού συστήματος που θα περιλάμβανε:
- Ένα νέο μαχητικό αεροσκάφος 6ης γενιάς (NGF – New Generation Fighter)
- Σμήνη συνοδευτικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones)
- Συστήματα τεχνητής νοημοσύνης για τη διαχείριση της μάχης
- Προηγμένους αισθητήρες
- Το λεγόμενο «Combat Cloud», ένα δικτυοκεντρικό σύστημα μάχης που θα συνέδεε σε πραγματικό χρόνο αεροσκάφη, δορυφόρους, drones και κέντρα διοίκησης
Με άλλα λόγια, δεν επρόκειτο απλώς για ένα νέο μαχητικό, αλλά για ένα ολοκληρωμένο «σύστημα συστημάτων», σχεδιασμένο να ανταγωνιστεί τα επόμενης γενιάς αμερικανικά και κινεζικά προγράμματα.
Γιατί κατέρρευσε το πρόγραμμα;
Πίσω από την αποτυχία βρίσκονταν τρεις βασικές αιτίες.
1. Η σύγκρουση μεταξύ Dassault και Airbus
Η γαλλική Dassault Aviation απαιτούσε να έχει τον κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη του νέου αεροσκάφους.
Από την άλλη πλευρά, η Airbus, εκπροσωπώντας τα γερμανικά και ισπανικά συμφέροντα, αρνήθηκε να περιοριστεί σε ρόλο υπεργολάβου.
Η διαμάχη αφορούσε:
- Την κατανομή των εργασιών
- Τον έλεγχο του προγράμματος
- Τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας
- Την πρόσβαση σε ευαίσθητες τεχνολογίες
Η Dassault αρνήθηκε να μοιραστεί μέρος της τεχνογνωσίας που απέκτησε από την ανάπτυξη του Rafale, ενώ η γερμανική πλευρά ζητούσε πλήρη πρόσβαση στις τεχνολογίες που θα χρηματοδοτούνταν από κοινού.
2. Διαφορετικές επιχειρησιακές απαιτήσεις
Η Γαλλία απαιτούσε το νέο αεροσκάφος:
- Να μπορεί να μεταφέρει γαλλικά πυρηνικά όπλα
- Να επιχειρεί από τα γαλλικά αεροπλανοφόρα
Η Γερμανία δεν είχε καμία ανάγκη για τέτοιες δυνατότητες.
Στην πράξη, οι δύο χώρες επιδίωκαν την ανάπτυξη διαφορετικών αεροσκαφών μέσα από το ίδιο πρόγραμμα.
3. Η μάχη για την ηγεσία της ευρωπαϊκής αεροναυπηγικής βιομηχανίας
Για τη Γαλλία, το διακύβευμα ήταν η διατήρηση της θέσης της ως ανεξάρτητης αεροπορικής δύναμης.
Για τη Γερμανία, στόχος ήταν η απόκτηση τεχνογνωσίας που θα της επέτρεπε να ηγηθεί μελλοντικών ανεξάρτητων αμυντικών προγραμμάτων.
Και οι δύο πλευρές ήθελαν να έχουν τον πρώτο λόγο – και καμία δεν ήταν διατεθειμένη να υποχωρήσει.
Πόσο κόστισε η αποτυχία;
Οι αριθμοί είναι τεράστιοι.
Το συνολικό κόστος του FCAS καθ’ όλη τη διάρκεια του προγράμματος εκτιμάται ότι θα έφθανε περίπου τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ.
Μέχρι σήμερα έχουν ήδη επενδυθεί αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ σε μελέτες, έρευνα και πρωτότυπα στάδια ανάπτυξης. Αν και το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών δεν είχε ακόμη πραγματοποιηθεί, σημαντικά κεφάλαια, ανθρώπινο δυναμικό, υποδομές και χρόνια τεχνολογικής ανάπτυξης έχουν ήδη χαθεί ή θα πρέπει να επαναξιοποιηθούν μέσω άλλων προγραμμάτων.
Τι σημαίνει αυτό για τη Γαλλία;
Η Γαλλία φαίνεται να είναι η χώρα που επηρεάζεται λιγότερο.
Η Dassault διαθέτει ήδη:
- Το ιδιαίτερα επιτυχημένο Rafale
- Πολύτιμη εμπειρία στην ανεξάρτητη ανάπτυξη μαχητικών αεροσκαφών
- Εγχώρια βιομηχανία κινητήρων, ραντάρ και οπλικών συστημάτων
Για τον λόγο αυτό θεωρείται πιθανό η Γαλλία να προχωρήσει μόνη της στην ανάπτυξη του διαδόχου του Rafale.
Τα μειονεκτήματα μιας τέτοιας επιλογής είναι:
- Πολύ υψηλότερο κόστος ανάπτυξης
- Περιορισμένη εξασφαλισμένη πελατειακή βάση
- Πιθανώς βραδύτερη εξέλιξη του προγράμματος
Και η Γερμανία;
Η κατάσταση για το Βερολίνο είναι πιο περίπλοκη.
Η Γερμανία δεν διαθέτει την ίδια εμπειρία με τη Γαλλία στην αυτόνομη ανάπτυξη σύγχρονων μαχητικών αεροσκαφών.
Στο τραπέζι βρίσκονται πλέον διάφορα σενάρια:
- Συμμετοχή στο βρετανοϊτανοϊαπωνικό πρόγραμμα GCAP
- Συνεργασία με τη Σουηδία και τη Saab
- Ανάπτυξη ενός ανεξάρτητου γερμανικού προγράμματος με επικεφαλής την Airbus Defence και άλλους εταίρους
Τι σημαίνει η κατάρρευση του FCAS για την Ευρώπη;
Πρόκειται ίσως για το μεγαλύτερο πλήγμα στην ιδέα της «ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας» τα τελευταία χρόνια.
Την ώρα που οι Ηνωμένες Πολιτείες προχωρούν στην ανάπτυξη αεροσκαφών πέμπτης και έκτης γενιάς, ενώ Κίνα και Ρωσία συνεχίζουν να επενδύουν σε μελλοντικά προγράμματα, η Ευρώπη επιστρέφει σε εθνικές στρατηγικές.
Στην πράξη διαμορφώνονται πλέον δύο ξεχωριστά στρατόπεδα:
- Το γαλλικό στρατόπεδο γύρω από τον διάδοχο του Rafale
- Το βρετανοϊταλοϊαπωνικό στρατόπεδο γύρω από το πρόγραμμα GCAP
Το αποτέλεσμα είναι διπλές επενδύσεις, υψηλότερο κόστος και μικρότερη αποτελεσματικότητα σε σχέση με ένα ενιαίο ευρωπαϊκό πρόγραμμα.
Συμπέρασμα
Το FCAS δεν απέτυχε λόγω έλλειψης χρημάτων ή τεχνολογίας. Απέτυχε επειδή η Γαλλία και η Γερμανία επιχείρησαν να αναπτύξουν ένα κοινό αεροσκάφος, ενώ στην πραγματικότητα προωθούσαν δύο διαφορετικά στρατηγικά οράματα.
Η σύγκρουση για τον έλεγχο του προγράμματος, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και την ηγεσία της ευρωπαϊκής αεροναυπηγικής βιομηχανίας αποδείχθηκε ισχυρότερη από τη βούληση για συνεργασία.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ευρώπη χάνει το πιο εμβληματικό της πρόγραμμα στον τομέα των μαχητικών έκτης γενιάς και το μέλλον της ευρωπαϊκής στρατιωτικής αεροπορίας γίνεται πλέον πιο κατακερματισμένο, πιο σύνθετο και πιο αβέβαιο.
