Την πρόταση για ασυμβίβαστο της ιδιότητας του υπουργού με εκείνη του βουλευτή, καθώς και το ενδεχόμενο μείωσης του αριθμού των βουλευτών, έθεσε στο δημόσιο διάλογο ο Κυριάκος Μητσοτάκης και Παύλος Μαρινάκης, με τις αλλαγές να τοποθετούνται χρονικά μετά τις εκλογές του 2027 και να συνδέονται με την ανάγκη συνταγματικής αναθεώρησης.
Στην πράξη, η πρόταση προβλέπει ότι ένας εκλεγμένος βουλευτής που αναλαμβάνει θέση στο υπουργικό συμβούλιο θα παραιτείται προσωρινά από τη βουλευτική του ιδιότητα και θα αντικαθίσταται από τον πρώτο επιλαχόντα της εκλογικής του περιφέρειας. Σε περίπτωση που αποχωρήσει από την κυβέρνηση, θα επιστρέφει αυτοδικαίως στη Βουλή, με τον επιλαχόντα να παραιτείται αντίστοιχα.
Η ρύθμιση αυτή, όπως αναφέρεται, στοχεύει στον διαχωρισμό της εκτελεστικής από τη νομοθετική εξουσία, με παράλληλη «αναβάθμιση του ρόλου του βουλευτή», όπως επισημάνθηκε από τον πρωθυπουργό.
Η συνταγματική διάσταση και το χρονοδιάγραμμα
Για να εφαρμοστεί η αλλαγή, απαιτείται παρέμβαση στο Σύνταγμα, γεγονός που μεταθέτει την υλοποίησή της σε μεταγενέστερο χρόνο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρέπεμψε τη συζήτηση στο σύνολό της για μετά τις εκλογές του 2027, καθώς η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει.
Εφόσον η πρόταση, που διαμορφώνεται με αναφορά σε μοντέλα άλλων χωρών, όπως το γαλλικό ενταχθεί στον σχετικό διάλογο και εγκριθεί, θα τεθεί σε ισχύ από τις μεθεπόμενες εκλογές.
Οι διευκρινίσεις Μαρινάκη και η συζήτηση για τον αριθμό των βουλευτών
Διευκρινίσεις για την πρόταση έδωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, σημειώνοντας ότι πρόκειται για αλλαγή που θα αποτελέσει αντικείμενο προεκλογικής συζήτησης, αλλά θα εφαρμοστεί μετά τις εκλογές.
Όπως ανέφερε, η πρόταση αφορά την «αναστολή της βουλευτικής ιδιότητας» για όποιον βουλευτή επιλέγεται ως υπουργός, με αντικατάστασή του από επιλαχόντα και επιστροφή του στη Βουλή σε περίπτωση αποχώρησης από την κυβέρνηση.
Παράλληλα, έθεσε στο τραπέζι και το ενδεχόμενο μείωσης του αριθμού των βουλευτών, επισημαίνοντας ότι «ίσως θα πρέπει να συζητήσουμε και μείωση του αριθμού βουλευτών», ώστε να μην προκύψει αύξηση των βουλευτικών γραφείων πέραν των 300.
Το «γαλλικό μοντέλο»
Η πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη για ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας παραπέμπει, για όσους γνωρίζουν, ευθέως στο μοντέλο που εφαρμόζεται στη Γαλλία.
Εκεί, στο πλαίσιο της Πέμπτης Δημοκρατίας, ένας βουλευτής που αναλαμβάνει υπουργικό αξίωμα είναι υποχρεωμένος να εγκαταλείψει την έδρα του στην Εθνοσυνέλευση και τη θέση του καταλαμβάνει ο αναπληρωτής του, ο οποίος έχει εκλεγεί μαζί του, για όσο διάστημα συμμετέχει στην κυβέρνηση (Στη Γαλλία, κάθε υποψήφιος για την Εθνοσυνέλευση κατεβαίνει στις εκλογές μαζί με έναν αναπληρωτή που λέγεται suppléant).
Αυτό γίνεται στην κατεύθυνση της σαφούς διάκρισης μεταξύ νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, αλλά και στην ενίσχυση του ρόλου των βουλευτών, οι οποίοι δεν φέρουν κυβερνητικές αρμοδιότητες.
Τι συμβαίνει όμως σε περίπτωση αποχώρησης από την κυβέρνηση; Ο πρώην πλέον υπουργός μπορεί να επιστρέψει στη βουλευτική του έδρα, γεγονός που καθιστά την υπουργική θητεία μια «παρένθεση» από την κοινοβουλευτική του παρουσία. Όσο για τον αναπληρωτή; Αυτός πάει «σπίτι» του.
Εκτός κι αν συμβεί το αντίθετο, λόγω πολιτικής επιλογής (π.χ. λόγω απόσυρσης από την πολιτική), λόγω ανάληψης άλλου ασυμβίβαστου αξιώματος (αν διοριστεί για παράδειγμα σε θέση που δεν συμβιβάζεται με τη βουλευτική ιδιότητα), λόγω εκλογικών εξελίξεων ή απώλεια πολιτικής στήριξης (σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί να υπάρχει πολιτική πίεση ή συμφωνία να παραμείνει ο αναπληρωτής).
Η πρόταση Μητσοτάκη κινείται ακριβώς στην ίδια λογική: Προβλέπει αντικατάσταση του υπουργού στη Βουλή από τον πρώτο επιλαχόντα, για όσο διάστημα διατηρεί το κυβερνητικό αξίωμα, επιχειρώντας ταυτόχρονα να αναβαθμίσει τον κοινοβουλευτικό ρόλο.
