Αξιωματικοί που ασχολούνται με την υπόθεση συμβασιοποίησης του συστήματος πυραυλικού πυροβολικού PULS κάνουν λόγο για μια εκ των πιο απαιτητικών θεμάτων που έχουν κληθεί να φέρουν εις πέρας.
Οι Ισραηλινοί αποδεικνύονται ευέλικτοι κατά τις διαπραγματεύσεις ενώ από την άλλη πλευρά οι Επιτελικοί αξιωματικοί δεν προχωρούν ούτε στην συγγραφή μιας πρότασης, αν δεν πάρουν για οτιδήποτε θέτουν σαφή και υπογεγραμμένη απάντηση.
Οι ίδιοι αξιωματικοί επισημαίνουν πως στην παρούσα στιγμή κρίνεται αν ένα ιδιαίτερα σημαντικό εξοπλιστικό πρόγραμμα θα μείνει ως έχει, ή αν αυτό θα γίνει το εφαλτήριο ανόδου της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, σε συνδυασμό με την σημαντική ενίσχυση του πυραυλικού πυροβολικού.
Και αυτά τα δυο σημεία επισημαίνονται προς την ισραηλινή πλευρά της ομάδας των διαπραγματευτών που έχουν επιφορτιστεί με την σύνταξη της σύμβασης ανάμεσα σε Αθήνα και Ιερουσαλήμ.
Ο υπολογισμός που γίνεται τόσο από στρατιωτικά στελέχη, όσο κι από ανθρώπους της εταιρείας, είναι ότι η τελική ευθεία δεν είναι πλέον μεγάλη. ΚΥΣΕΑ και τελική υπογραφή για τα συμβαλλόμενα μέρη ενδεχομένως θα φτάσουν ως τις αρχές Μαρτίου.
Οι 36 εκτοξευτές είναι το δεδομένο για το ελληνικό επιτελείο. Το ζητούμενο που θα φανεί μετά την υπογραφή της σύμβασης είναι η εγχώρια συμμετοχή της βιομηχανίας, που για την Αθήνα είναι αδιαπραγμάτευτο σημείο το 25%, το οποίο εκτός της αμυντικής βιομηχανίας μεταφράζεται σε επιχειρησιακό αποτύπωμα αυτονομίας.
Τα δεσμευτικά κείμενα της σύμβασης δεν είναι λίγα κι εκεί ακριβώς οι Έλληνες επιτελείς εξετάζουν ξανά και ξανά τα «ψιλά» γράμματα της επερχόμενης σύμβασης. Κι αυτό είναι μια προσπάθεια που μπορεί ν’ απαιτεί επιπλέον χρόνο, όμως διασφαλίζεται ότι δεν θα υπάρχουν «παράθυρα» για μελλοντικές καθυστερήσεις, κόστη, συμμετοχή της βιομηχανίας, κ.ο.κ.
Το ίδιο ισχύει και για μια σειρά συμβατικών πράξεων που αφορούν τμήματα των PULS, όπως είναι τα Pods, οι φορείς μεταφοράς κι άλλα που έχουν άμεση συνάφεια με την ελληνική αμυντική βιομηχανία.
Με άλλα λόγια τα παραπάνω μεταφράζονται σε μια ιδιαίτερα αυστηρή οδό όπου η ελληνική πλευρά δεν αρκείται σε λεκτικές δεσμεύσεις. Και το προαπαιτούμενο δεν είναι η αναφορά σε ποσοστό της μια πρότασης. Στόχος είναι να οριστεί με ακρίβεια το μέτρο της ελληνικής συμμετοχής, πώς υπολογίζεται, ποιος το ελέγχει και ποιες ενδεχομένως θα είναι οι κυρώσεις αν δεν επιτευχθεί.
Εκτός από την αυξημένη ελληνική συμμετοχή, ένας επιπλέον στόχος είναι να μείνει τεχνογνωσία στην Ελλάδα. Τεχνογνωσία συντήρησης, κατασκευής, πρόσβασης σε διαβαθμισμένες πληροφορίες κατασκευής τμημάτων, κ.ο.κ.
Εκτόξευση επιχειρησιακού πλεονεκτήματος
Η αρθρωτή και ευέλικτη σχεδίαση επιτρέπει τη φόρτωση διαφορετικών τύπων πυρομαχικών στην ίδια πλατφόρμα, καθιστώντας το κατάλληλο για προσβολή στρατηγικών και μη στόχων, σε κλιμάκωση κατά βάθος και πλάτος στο διαμορφούμενο θέατρο επιχειρήσεων.
Για τον ελάχιστο χρόνο ετοιμότητας βολής, επειδή το σύστημα είναι πλήρως αυτοματοποιημένο και η μεταφορά του γίνεται πάνω σε τροχοφόρα οχήματα 6χ6, παρέχει την δυνατότητα της άμεσης προσαρμογής στην τακτική «βάλλω και μετακινούμαι» μειώνοντας την τρωτότητα του από το εχθρικό πυροβολικό ή άλλες εχθρικές πλατφόρμες
Υπενθυμίζουμε ότι τα είδη των πυρομαχικών που δύναται να βάλλει κι έχουν επιλεγεί από την Αθήνα είναι:
-Κατευθυνόμενες ρουκέτες μικρού/μεσαίου βεληνεκούς (π.χ. 122 mm, 160 mm) με ακρίβεια.
-Μεγαλύτερης διαμέτρου ρουκέτες (π.χ. EXTRA) με βεληνεκές ~150 χλμ.
-Πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς (π.χ. Predator Hawk, ~300 χλμ).
Σε επιχειρησιακό επίπεδο, το PULS εξυπηρετεί έναν παρόμοιο ρόλο με άλλα συστήματα πυραυλικού πυροβολικού, όπως το αμερικανικό HIMARS. Λόγω όμως της ποικιλίας πυρομαχικών που μπορεί να εκτοξεύσει ταυτόχρονα, χωρίς την διαδικασία αναχορηγίας πυρομαχικών, το καθιστούν ως σύστημα καταλληλότερο, όπως επισημαίνεται από στρατιωτικές πηγές.
Συνοπτικά, το PULS είναι ένα σύγχρονο, ευέλικτο, πολλαπλών εκτοξευτών πυραυλικό σύστημα πυροβολικού, σχεδιασμένο να παρέχει ακριβή και μακράς εμβέλειας πυρά υποστήριξης σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, ενσωματώνοντας δυνατότητες που υπερβαίνουν τα παραδοσιακά πυροβόλα όπλα.
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΙΔΕΡΗ, HELLAS JOURNAL-Αθήνα
