Η Ελλάδα ενέκρινε επίσημα την απόκτηση ιταλικών φρεγατών FREMM κλάσης Bergamini, ενώ ταυτόχρονα ξεκίνησε μια σημαντική αναβάθμιση του στόλου MEKO 200HN, επιταχύνοντας μια από τις σημαντικότερες προσπάθειες ναυτικού εκσυγχρονισμού που βρίσκονται σε εξέλιξη στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η απόφαση, η οποία εγκρίθηκε τις τελευταίες ημέρες από το Ελληνικό Κυβερνητικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας (ΚΥΣΕΑ), επιβεβαιώνει την πρόθεση της Αθήνας να κατασκευάσει έναν πολυεπίπεδο στόλο επιφανείας υψηλής τεχνολογίας με επίκεντρο τις γαλλικές φρεγάτες Belharra, τις αναβαθμισμένες MEKO γερμανικής κατασκευής και τις ιταλικές FREMM. Η κίνηση αυτή εμβαθύνει επίσης την αμυντική-βιομηχανική συνεργασία μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας σε μια εποχή ανανεωμένου περιφερειακού ανταγωνισμού με την Τουρκία.
Δομή 2+2 FREMM
Σύμφωνα με ελληνικά και διεθνή αμυντικά μέσα ενημέρωσης, η Αθήνα ενέκρινε την απόκτηση δύο μεταχειρισμένων ιταλικών φρεγατών κλάσης Bergamini (ITS Bergamini και ITS Fasan), με δυνατότητα δύο επιπλέον πλοίων στο πλαίσιο μιας δομής 2+2.
Η συμφωνία έρχεται μετά το μνημόνιο ναυτικής συνεργασίας που υπογράφηκε στη Λα Σπέτσια τον Σεπτέμβριο του 2025 μεταξύ του Έλληνα υπουργού Άμυνας Νίκου Δένδια και του Ιταλού υπουργού Άμυνας Γκουίντο Κροσέτο. Εκείνη την εποχή, η συμφωνία σηματοδοτούσε ήδη μια στρατηγική σύγκλιση μεταξύ των δύο μεσογειακών μελών του ΝΑΤΟ.
Οι δύο πρώτες φρεγάτες αναμένεται να φτάσουν γύρω στο 2028, πιθανώς μετά από εργασίες τροποποίησης και εκσυγχρονισμού στις οποίες θα συμμετάσχουν ελληνικά ναυπηγεία και ιταλική βιομηχανία. Οι αναφορές δείχνουν ότι η Αθήνα αξιολογεί επίσης την ενσωμάτωση συστημάτων που έχουν ήδη επιλεγεί για τον μελλοντικό στόλο άμεσων ξένων επενδύσεων του Ελληνικού Ναυτικού, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων σόναρ CAPTAS-4 και ενδεχομένως νέων αρχιτεκτονικών πυραύλων συμβατών με τον ευρύτερο χάρτη πορείας εκσυγχρονισμού του ελληνικού ναυτικού.
Τα FREMM κλάσης Bergamini θα βελτιώσουν δραματικά τις ελληνικές δυνατότητες ανθυποβρυχιακού πολέμου στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, ειδικά καθώς ο υποβρύχιος ανταγωνισμός στην περιοχή συνεχίζει να εντείνεται.
Η δημιουργία ενός νέου Ελληνικού Στόλου
Αυτό που καθιστά την ελληνική απόφαση στρατηγικά σημαντική δεν είναι απλώς η ίδια η απόκτηση, αλλά η αναδυόμενη δομή δυνάμεων πίσω από αυτήν.
Η Αθήνα προοδευτικά κινείται προς μια αρχιτεκτονική στόλου που αποτελείται από:
τέσσερις γαλλικές φρεγάτες FDI Belharra,
έως τέσσερις ιταλικές φρεγάτες FREMM Bergamini (2+2),
και τέσσερις αναβαθμισμένες φρεγάτες MEKO 200HN.
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα ετοιμάζεται να αποσύρει τις παλαιωμένες φρεγάτες κλάσης Elli, πολλές από τις οποίες χρονολογούνται από τα τέλη του Ψυχρού Πολέμου.
Το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού MEKO, αξίας περίπου 290 εκατομμυρίων ευρώ σύμφωνα με τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, αναμένεται να παρατείνει την επιχειρησιακή ζωή των τεσσάρων πλοίων κλάσης Hydra κατά τουλάχιστον 15 χρόνια. Οι εργασίες θα πρέπει να ξεκινήσουν το 2027 και να συνεχιστούν την επόμενη δεκαετία.
Αυτή η πολυεπίπεδη προσέγγιση υποδηλώνει ότι η Ελλάδα δεν επιδιώκει πλέον μεμονωμένα προγράμματα προμηθειών, αλλά μια συνεκτική ναυτιλιακή στρατηγική σχεδιασμένη γύρω από τη διαλειτουργικότητα, την ενσωμάτωση ISR μεγάλης εμβέλειας, τον ανθυποβρυχιακό πόλεμο και τη διαρκή παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το αν η Αθήνα θα ενεργοποιήσει τελικά την επιλογή και για τα τέσσερα FREMM παραμένει ασαφές. Αλλά η πορεία γίνεται ολοένα και πιο ορατή.
Στρατηγικές επιπτώσεις για την Ιταλία και τη Μεσόγειο
Για την Ιταλία, η συμφωνία είναι στρατηγικά σημαντική πέρα από τη βιομηχανική πτυχή.
Η μεταφορά φρεγατών κλάσης Bergamini θα ενίσχυε τους αμυντικούς δεσμούς της Ρώμης με την Αθήνα, ενισχύοντας παράλληλα έναν αναδυόμενο άξονα ασφάλειας στη Μεσόγειο που περιλαμβάνει την Ιταλία, την Ελλάδα και τη Γαλλία. Ταυτόχρονα, η συμφωνία θα μπορούσε να επιταχύνει τα χρονοδιαγράμματα αντικατάστασης του Ιταλικού Ναυτικού μέσω του προγράμματος FREMM EVO (οι δύο φρεγάτες που μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα αναμένεται να αντικατασταθούν από ένα επιπλέον ζεύγος φρεγατών FREMM EVO).
Από επιχειρησιακής άποψης, η άφιξη των FREMM θα αύξανε σημαντικά την αντοχή της Ελλάδας και την ικανότητα ανάπτυξης σε μπλε νερά σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο, όπου οι θαλάσσιες εντάσεις, ο ενεργειακός ανταγωνισμός και οι επιχειρησιακές απαιτήσεις του ΝΑΤΟ συνεχίζουν να αυξάνονται.
Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό θα μπορούσε να αναδειχθεί ως μία από τις πιο ικανές ναυτικές δυνάμεις στη Νότια Ευρώπη — και μια δύναμη που θα συνδέεται ολοένα και περισσότερο με την ιταλική ναυτική βιομηχανία και το επιχειρησιακό δόγμα.
