Το τοπίο γύρω από το επίμαχο τουρκικό νομοσχέδιο παραμένει εσκεμμένα θολό, αποκαλύπτοντας μια καλοστημένη στρατηγική ελεγχόμενων διαρροών από την πλευρά της Άγκυρας. Μέσα σε λίγες μόνο ημέρες, τα δημοσιεύματα στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης άλλαξαν τροπάριο αρκετές φορές, με σκοπό να σφυγμομετρήσουν τις αντοχές της Αθήνας και τις αντιδράσεις της διεθνούς κοινότητας.
Η ρητορική των γειτόνων μεταβλήθηκε ως εξής:
- Πρώτη φάση: Ισχυρισμοί για ευθεία ενσωμάτωση «γκρίζων ζωνών» και ανοιχτή αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας συγκεκριμένων νησιών.
- Δεύτερη φάση: Υποβάθμιση του τόνου με αναφορές σε θαλάσσιες περιοχές «απροσδιόριστης κυριαρχίας».
- Τελική εκδοχή: Διαρροές ότι το τελικό κείμενο δεν θα περιλαμβάνει καθόλου χάρτες ή ονομαστικές αναφορές σε νησιά, προκειμένου να αποφευχθεί το άμεσο πολιτικό κόστους μιας διεθνούς καταδίκης.
Αυτή η τακτική της «δοκιμής αντιδράσεων» επιτρέπει στην Άγκυρα να διατηρεί την ευελιξία της, προσαρμόζοντας το περιεχόμενο ανάλογα με το κλίμα, χωρίς να υποχωρεί από τις πάγιες αναθεωρητικές της βλέψεις.
Η θεσμική στάση της Αθήνας και το Διεθνές Δίκαιο
Απέναντι σε αυτό το επικοινωνιακό παιχνίδι, η ελληνική πλευρά επιλέγει να κρατήσει, ξανά, χαμηλούς τόνους, αποφεύγοντας να νομιμοποιήσει ανεπίσημα δημοσιεύματα με δημόσιες αντιπαραθέσεις. Από το βήμα της Βουλής, ο Υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης εμφανίστηκε καθησυχαστικός όσον αφορά τη νομική διάσταση του ζητήματος, ξεκαθαρίζοντας ότι οι εσωτερικοί νόμοι οποιουδήποτε κράτους δεν παράγουν έννομες συνέπειες όταν έρχονται σε αντίθεση με το Διεθνές Δίκαιο και τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).
Ωστόσο, η Αθήνα παραμένει σε ετοιμότητα για τις πολιτικές σκοπιμότητες της Τουρκίας, η οποία διαχρονικά επιχειρεί να δημιουργήσει τετελεσμένα στο πεδίο (όπως με το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο ή την απειλή του casus belli).
Πίσω από τις κλειστές πόρτες της διπλωματίας, η Ελλάδα κινείται με βάση ένα συγκεκριμένο στρατηγικό πλαίσιο:
Συστηματική ενημέρωση: Οι σύμμαχοι και οι Ευρωπαίοι εταίροι ενημερώνονται διαρκώς για τις τουρκικές μεθοδεύσεις.
- Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός: Η Αθήνα προτάσσει τα δικά της θεσμικά όρια, τα οποία είναι πλήρως εναρμονισμένα με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
- Κυριαρχικά δικαιώματα στην πράξη: Η θέση της χώρας θωρακίζεται μέσω των υφιστάμενων επίσημων συμφωνιών οριοθέτησης και της συνέχισης των ενεργειακών ερευνών με διεθνείς κολοσσούς, όπως η Chevron.
Η ελληνική πλευρά εκτιμά ότι η απάντηση στις τουρκικές προκλήσεις πρέπει να δίνεται με όρους ισχυρών συμμαχιών και απόλυτης προσήλωσης στη διεθνή νομιμότητα, μακριά από κραυγές εντυπωσιασμού.
θαλάσσιες ζώνες. Επί της ουσίας θα ακολουθήσει την ίδια διαδικασία με τις δύο προηγούμενες αποφάσεις της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, το casus belli και το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
«Μια τέτοια μονομερής ενέργεια, πέρα από το γεγονός ότι δεν φέρει καμία απολύτως έννομη συνέπεια και δεν δεσμεύει, είναι προφανές ότι είναι αχρείαστη και προκαλεί ένταση», είπε για να προσθέσει πως «οποιαδήποτε μονομερής ενέργεια δεν αποτελεί απολύτως κανένα δεσμευτικό κείμενο στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου. Το Διεθνές Δίκαιο επιβάλλει για την οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης την ύπαρξη μιας συμφωνίας μεταξύ των χωρών με παρακείμενες ή αντικείμενες ακτές. Κατά τούτο, κανένας εσωτερικός νομοθέτης δεν μπορεί ποτέ να δεσμεύσει ως προς τα ζητήματα αυτά. Πολλώ, δε, μάλλον, ότι εδώ δεν έχουμε απλώς ένα συμβατικό κείμενο, το οποίο δεσμεύει μόνον τους συμβαλλομένους, δηλαδή τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Αλλά, στην πραγματικότητα έχουμε διεθνές εθιμικό δίκαιο, το οποίο δεσμεύει όλα τα κράτη».
Το 1995, ως αντίδραση προς τη νόμιμη δήλωση της Ελλάδας κατά την κύρωση της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας ότι επιφυλάσσεται να ασκήσει σε οιοδήποτε χρόνο το δικαίωμά της να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της μέχρι τα 12 ν.μ., η τουρκική Εθνοσυνέλευση εξουσιοδότησε με ψήφισμά της την τουρκική κυβέρνηση, εν λευκώ και στο διηνεκές, να κηρύξει πόλεμο (casus belli) στην Ελλάδα σε περίπτωση που η τελευταία επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της πέραν των 6 ν.μ. στο Αιγαίο. Η άρση του casus belli έχει συμπεριληφθεί μεταξύ των βασικών κριτηρίων για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο πλαίσιο της υποχρέωσής της για πλήρη σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και της καλής γειτονίας που αποτελεί θεμέλια αρχή πάνω στην οποία έχει οικοδομηθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι αυτονόητο ότι ένα υποψήφιο προς ένταξη κράτος δεν είναι δυνατόν να απειλεί με πόλεμο άλλο κράτος και πολύ περισσότερο ένα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μελλοντικό εταίρο.
Σε περίπτωση λοιπόν που η Άγκυρα καταθέσει ένα ανάλογο παράνομο νομοσχέδιο προς ψήφιση, ένα από τα διπλωματικά «όπλα» της Ελλάδας θα είναι κυρώσεις από την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και θα είναι ένα δεύτερο casus belli αν η τουρκική κυβέρνηση πιθανότατα καταγράψει ονομαστικά τις νησίδες των οποίων αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία στο νομοσχέδιο ως «τουρκικές», καθώς αυτό θα ήταν μια πραγματική πράξη πολέμου προς την Ελλάδα.
Η ελληνική κυβέρνηση στέλνει καθαρό μήνυμα στην Τουρκία ότι μια τέτοια εξέλιξη θα έχει συνέπειες, πολύ περισσότερο εάν επιχειρηθεί να εφαρμοστεί επί του πεδίου ένα τέτοιο πλαίσιο, ενώ ορθά αποφεύγει τοποθετήσεις επί του περιεχομένου του νομοσχεδίου πριν αυτό δει το φως της δημοσιότητας και κατατεθεί στην τουρκική Εθνοσυνέλευση.
Με το πολιτικό σκηνικό στο εσωτερικό της γειτονικής χώρας να είναι ασταθές, ο Ερντογάν θα επιχειρήσει με το νομοσχέδιο, για λόγους που έχουν να κάνουν και με τις εσωτερικές ισορροπίες, να δείξει αντίδραση σε όσα «τετελεσμένα» θεωρεί ότι επιχειρεί να επιβάλει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Στην κορυφή είναι η αντίδραση για τη συμμαχική σχέση της Ελλάδας με το Ισραήλ, την οποία βλέπει ως κίνηση περικύκλωσής της σε συνεργασία και με την Κύπρο αλλά και οι στενές ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Πολύ περισσότερο που τον Ιούλιο θα πραγματοποιηθεί η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα και όλα τα φώτα της διεθνούς διπλωματίας θα είναι στραμμένα εκεί.
