Η ξεκάθαρη αμερικανική θέση, ότι όσο οι S-400 παραμένουν στην Τουρκία δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35, δημιουργεί νέα δεδομένα στον αεροπορικό συσχετισμό Ελλάδας – Τουρκίας. Η Πολεμική Αεροπορία, με Rafale, Viper και τα πρώτα F-35 στον ορίζοντα, αποκτά καθαρό ποιοτικό προβάδισμα απέναντι σε μια τουρκική αεροπορία που αναζητά λύσεις ανάγκης.
*του Κώστα Σαρικά-onalert
Η νέα, ξεκάθαρη τοποθέτηση της Ουάσιγκτον για το ενδεχόμενο επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών 5ης γενιάς F-35 επιβεβαιώνει αυτό που στο ελληνικό αεροπορικό Επιτελείο εκτιμούσαν εδώ και καιρό. O δρόμος της Άγκυρας προς το Lightning II παραμένει ουσιαστικά κλειστός, όσο το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400 βρίσκεται στο τουρκικό έδαφος και όσο παραμένει ενεργό το νομικό και πολιτικό πλαίσιο των αμερικανικών κυρώσεων.
Η αναφορά του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ότι η Τουρκία δεν μπορεί να παραλάβει F-35 επειδή προμηθεύτηκε τους S-400 και ότι το ζήτημα διέπεται από νόμο, δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνειών. Η Τουρκία μπορεί να επιδιώκει «παράθυρα», διπλωματικούς ελιγμούς ή πολιτική διαπραγμάτευση, όμως η ουσία παραμένει αμετάβλητη, καθώς το F-35 και οι S-400 δεν μπορούν να συνυπάρξουν στο ίδιο επιχειρησιακό περιβάλλον. Η αμερικανική θέση έχει διατυπωθεί επανειλημμένα και συνδέεται τόσο με την ασφάλεια της τεχνολογίας stealth όσο και με το θεσμικό πλαίσιο CAATSA.
Για την Αθήνα, η εξέλιξη αυτή δεν είναι απλώς μια διπλωματική επιτυχία ή μια δυσάρεστη είδηση για την Άγκυρα. Είναι ένα κρίσιμο επιχειρησιακό δεδομένο, καθώς για πρώτη φορά έπειτα από δεκαετίες, η Πολεμική Αεροπορία δεν κοιτάζει απλώς πώς θα καλύψει την τουρκική ποσοτική υπεροχή, αλλά πώς θα διαμορφώσει ένα καθαρό ποιοτικό πλεονέκτημα, με αεροσκάφη, όπλα, αισθητήρες και δικτυοκεντρικές δυνατότητες που αλλάζουν τους όρους του παιχνιδιού πάνω από το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Το αμερικανικό «όχι» και το αδιέξοδο των S-400
Η τουρκική επιμονή στην προμήθεια των ρωσικών S-400 είχε από την πρώτη στιγμή τεράστιο κόστος. Ήδη κάποιοι το χαρακτηρίζουν όχι απλά ως το πλέον αποτυχημένο, αλλά και «επώδυνο» εξοπλιστικό πρόγραμμα στους συσχετισμούς ισχύος παγκοσμίως. Η Άγκυρα αποβλήθηκε από το πρόγραμμα των F-35, έχασε την πρόσβαση σε ένα από τα πιο προηγμένα μαχητικά στον κόσμο και βρέθηκε αντιμέτωπη με κυρώσεις που έπληξαν τον αμυντικό της σχεδιασμό. Το γεγονός ότι η Τουρκία εξακολουθεί να αναζητά τρόπο επιστροφής στο πρόγραμμα δείχνει ακριβώς πόσο σοβαρό είναι το κενό που δημιουργήθηκε στην τουρκική αεροπορική ισχύ.
Οι Τούρκοι επιχείρησαν πολλές φορές να εμφανίσουν το θέμα ως «διαπραγματεύσιμο». Σενάρια για αποθήκευση, αδρανοποίηση ή μη επιχειρησιακή χρήση των S-400 επανέρχονται κατά καιρούς στο προσκήνιο. Όμως η Ουάσιγκτον γνωρίζει ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι πρωτίστως τεχνολογικό και επιχειρησιακό. Η παρουσία ενός ρωσικού συστήματος αντιαεροπορικής άμυνας, σχεδιασμένου να συλλέγει δεδομένα και να αντιμετωπίζει δυτικά αεροσκάφη, θεωρείται ασύμβατη με τη συμμετοχή μιας χώρας στο οικοσύστημα του F-35.
Το Lightning II δεν είναι απλώς ένα μαχητικό. Είναι ιπτάμενος κόμβος πληροφοριών, συλλογής δεδομένων, ηλεκτρονικού πολέμου, στοχοποίησης και διαμοιρασμού εικόνας μάχης. Η διαρροή ακόμη και μερικών στοιχείων της υπογραφής, των τακτικών ή των ηλεκτρονικών χαρακτηριστικών του σε ρωσικά συστήματα θα αποτελούσε κίνδυνο για ολόκληρο το πρόγραμμα. Αυτός είναι και ο λόγος που το αμερικανικό «γιοκ» στην Τουρκία δεν αφορά μόνο τις ελληνοτουρκικές ισορροπίες, αλλά την ασφάλεια του ίδιου του ΝΑΤΟϊκού αεροπορικού πλέγματος.
Η Ελλάδα περνά στην εποχή της 5ης γενιάς
Την ίδια ώρα που η Τουρκία παραμένει εκτός F-35, η Ελλάδα έχει ήδη πάρει θέση στην επόμενη μέρα. Η απόκτηση των πρώτων 20 F-35A και η προοπτική για επιπλέον 20 στο μέλλον αποτελούν το μεγαλύτερο άλμα της Πολεμικής Αεροπορίας μετά την είσοδο των F-16 στο ελληνικό οπλοστάσιο. Οι πρώτες παραδόσεις για την Ελλάδα τοποθετούνται στο τέλος της δεκαετίας, με το OnAlert να έχει ήδη αποκαλύψει το σενάριο τα πρώτα 4 μαχητικά να προσγειωθούν στην Ανδραβίδα στα τέλη του 2029 ανάλογα και με το τελικό χρονοδιάγραμμα κατασκευής, εκπαίδευσης και υποδομών.
Για την Πολεμική Αεροπορία, το F-35 δεν αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη μαχητικό που θα προστεθεί στον στόλο. Αντιμετωπίζεται ως ο καταλύτης για τη μετάβαση σε ένα εντελώς διαφορετικό επιχειρησιακό μοντέλο. Ένα μοντέλο όπου η πληροφορία, η χαμηλή παρατηρησιμότητα, η δυνατότητα διείσδυσης, η ηλεκτρονική υπεροχή και η διασύνδεση με τα υπόλοιπα μέσα θα έχουν την ίδια ή και μεγαλύτερη αξία από την ίδια τη μεταφορά όπλων.
Με απλά λόγια, το F-35 θα μπορεί να βλέπει πρώτο, να στοχοποιεί πρώτο, να μεταδίδει δεδομένα σε Rafale, F-16 Viper, φρεγάτες, μονάδες αεράμυνας και κέντρα επιχειρήσεων και να λειτουργεί ως αόρατος αισθητήρας σε περιοχές όπου άλλα αεροσκάφη θα δυσκολεύονταν να επιχειρήσουν. Αυτό το χαρακτηριστικό είναι που καθιστά το ελληνικό F-35 πολλαπλασιαστή ισχύος και όχι απλώς μια νέα πλατφόρμα.

Rafale, Viper και F-35: Η τριάδα της ελληνικής υπεροχής
Το πραγματικό βάρος της ελληνικής αεροπορικής ισχύος δεν θα βασιστεί μόνο στα F-35. Θα βασιστεί στον συνδυασμό τους με τα Rafale F3R και τα F-16 Viper. Η Πολεμική Αεροπορία δεν χτίζει έναν ομοιογενή στόλο, αλλά ένα πλέγμα πολλαπλών δυνατοτήτων.
Τα Rafale έχουν ήδη αλλάξει τα δεδομένα. Με το ραντάρ AESA, το σύστημα αυτοπροστασίας SPECTRA, τους πυραύλους αέρος – αέρος Meteor και τα όπλα στρατηγικής κρούσης SCALP-EG, αποτελούν την αιχμή του δόρατος σε αποστολές εναέριας υπεροχής, αποτροπής και κρούσης μεγάλης ακτίνας. Ο Meteor, ειδικά, δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα στις εμπλοκές πέραν του ορίζοντα, καθώς προσφέρει στην Πολεμική Αεροπορία δυνατότητα εμπλοκής σε αποστάσεις που υποχρεώνουν τον αντίπαλο να αλλάξει τακτική πριν καν πλησιάσει.
Τα F-16 Viper αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του στόλου. Με το ραντάρ AESA APG-83, τις νέες αποστολικές δυνατότητες, τη διασύνδεση μέσω Link 16 και την ενσωμάτωση σύγχρονων όπλων, μετατρέπονται σε αεροσκάφη 4,5 γενιάς με εξαιρετικές δυνατότητες τόσο σε αερομαχία όσο και σε αποστολές κρούσης. Η ολοκλήρωση του εκσυγχρονισμού των 83 Block 52+ / Advanced και η προοπτική αναβάθμισης των 38 Block 50 σε διαμόρφωση Viper θα οδηγήσει σε έναν πολύ μεγάλο αριθμό σύγχρονων F-16, ικανών να επιχειρούν δικτυοκεντρικά μαζί με Rafale και F-35.
Όταν σε αυτή την εικόνα προστεθεί το F-35, η Πολεμική Αεροπορία αποκτά τρία επίπεδα ισχύος: stealth διείσδυση και συλλογή πληροφοριών από τα F-35, αεροπορική κυριαρχία και στρατηγική κρούση από τα Rafale, μαζικότητα και ευελιξία από τα Viper. Αυτός ο συνδυασμός είναι που φέρνει την ΠΑ σε θέση ισχύος.

Η τουρκική αεροπορία αναζητά λύσεις ανάγκης
Απέναντι σε αυτή την εικόνα, η τουρκική αεροπορία βρίσκεται σε μια μεταβατική αλλά δύσκολη φάση. Η Άγκυρα διαθέτει ακόμη μεγάλο αριθμό F-16, όμως πολλά από αυτά χρειάζονται εκσυγχρονισμό, ενώ το αδιέξοδο με τα F-35 της στέρησε το αεροσκάφος που θα αποτελούσε τη γέφυρα προς την 5η γενιά.
Η Τουρκία επιχειρεί να καλύψει το κενό με τρεις τρόπους. Την αναβάθμιση και προμήθεια F-16, την απόκτηση Eurofighter Typhoon και με το εγχώριο πρόγραμμα KAAN, το οποίο η Άγκυρα παρουσιάζει ως μαχητικό 5ης γενιάς. Ωστόσο και οι τρεις επιλογές έχουν περιορισμούς.
Τα F-16, ακόμη και εκσυγχρονισμένα, δεν μπορούν να αντικαταστήσουν το F-35. Το Eurofighter μπορεί να προσφέρει σημαντικές δυνατότητες, ειδικά σε ρόλο εναέριας υπεροχής, αλλά δεν είναι stealth και η προμήθειά του εξαρτάται από πολιτικές, τεχνικές και οικονομικές παραμέτρους. Το KAAN αποτελεί μακροπρόθεσμη φιλοδοξία, αλλά μέχρι να φτάσει σε πραγματική επιχειρησιακή ωριμότητα, με αξιόπιστους κινητήρες, αισθητήρες, όπλα, παραγωγική γραμμή, υποστήριξη και τακτική αξιοποίηση, θα χρειαστούν πολλά χρόνια. Αναλυτές επισημαίνουν ήδη ότι το KAAN, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, υπολείπεται σημαντικά του F-35 σε stealth, αισθητήρες και δικτυοκεντρικές δυνατότητες.
Η Άγκυρα, συνεπώς, έχει μπροστά της μια δύσκολη εξίσωση. Θέλει να διατηρήσει την αριθμητική της ισχύ, να μειώσει την εξάρτηση από τις ΗΠΑ, να προβάλει την εγχώρια αμυντική βιομηχανία και ταυτόχρονα να μην μείνει πίσω απέναντι στην Ελλάδα. Όμως ο χρόνος δεν λειτουργεί υπέρ της.
Το 2030 ως κρίσιμο ορόσημο
Το 2030 διαμορφώνεται ως χρονιά-ορόσημο για τον αεροπορικό συσχετισμό στο Αιγαίο. Εφόσον τα ελληνικά προγράμματα κινηθούν με βάση τον σημερινό σχεδιασμό, η Πολεμική Αεροπορία θα διαθέτει έναν στόλο με 24 Rafale, 83 F-16 Viper, πιθανότατα τα πρώτα εκσυγχρονισμένα F-16 Block 50, τα Mirage 2000-5 σε ειδικούς ρόλους εφόσον δεν έχει αποφασιστεί η αντικατάστασή τους, και τα πρώτα F-35.
Αυτός ο στόλος δεν θα είναι απλώς πιο σύγχρονος από τον σημερινό. Θα είναι ποιοτικά διαφορετικός. Θα μπορεί να επιχειρεί με μεγαλύτερη ακτίνα, μεγαλύτερη επίγνωση τακτικής κατάστασης, καλύτερη διασύνδεση, ισχυρότερη αποτροπή και μεγαλύτερη ικανότητα πρώτου πλήγματος ή απάντησης. Η Πολεμική Αεροπορία θα μπορεί να συνδυάζει αποστολές αεροπορικής υπεροχής, καταστολής αεράμυνας, κρούσης ακριβείας, ναυτικής κρούσης και συλλογής πληροφοριών με τρόπο που μέχρι σήμερα ήταν περιορισμένος.

Για την Τουρκία, το ίδιο χρονικό σημείο βρίσκει το αεροπορικό της μέλλον πιο αβέβαιο. Ακόμη κι αν προχωρήσει η αναβάθμιση των F-16 ή η απόκτηση Eurofighter, η απουσία F-35 δημιουργεί κενό που δεν καλύπτεται εύκολα. Και όσο το KAAN παραμένει σε φάση ανάπτυξης, η τουρκική αεροπορία θα βασίζεται κυρίως σε πλατφόρμες 4ης και 4,5 γενιάς, απέναντι σε μια ελληνική ΠΑ που θα έχει αρχίσει να ενσωματώνει επιχειρησιακά την 5η γενιά.
Η σημασία των όπλων και των αισθητήρων
Η αεροπορική υπεροχή δεν κρίνεται μόνο από τον τύπο του μαχητικού. Κρίνεται από το σύνολο του οπλοστασίου, των αισθητήρων και της δυνατότητας συνεργασίας των μέσων. Σε αυτό το πεδίο, η Ελλάδα έχει ήδη κάνει σημαντικά βήματα.
Οι Meteor στα Rafale δίνουν πλεονέκτημα σε εμπλοκές BVR. Οι SCALP-EG προσφέρουν δυνατότητα κρούσης στρατηγικών στόχων από μεγάλη απόσταση. Τα AMRAAM, τα σύγχρονα κατευθυνόμενα όπλα αέρος – εδάφους, οι δυνατότητες των F-16 Viper και τα μελλοντικά όπλα που θα συνοδεύσουν τα F-35 δημιουργούν ένα πολυεπίπεδο οπλοστάσιο. Η αξία του F-35, μάλιστα, θα πολλαπλασιαστεί όταν συνδεθεί με τα υπόλοιπα αεροπορικά, ναυτικά και επίγεια συστήματα.
Στον σύγχρονο πόλεμο, η πλατφόρμα που βλέπει πρώτη και διαμοιράζει πρώτη την πληροφορία αποκτά τεράστιο πλεονέκτημα. Ένα F-35 μπορεί να λειτουργήσει ως προωθημένος αισθητήρας για Rafale που φέρουν Meteor ή για Viper που βρίσκονται σε ασφαλέστερη απόσταση. Μπορεί να αναγνωρίσει απειλές, να χαρτογραφήσει αντιαεροπορικές συστοιχίες, να μεταδώσει δεδομένα και να δημιουργήσει συνθήκες αιφνιδιασμού.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο που ανησυχεί την Άγκυρα. Δεν είναι μόνο ότι η Ελλάδα αποκτά F-35. Είναι ότι τα αποκτά σε έναν στόλο που ήδη διαθέτει Rafale, Viper και ένα διαρκώς αναβαθμιζόμενο δίκτυο αεράμυνας και επιτήρησης.
Το μήνυμα αποτροπής προς την Άγκυρα
Η ισχυροποίηση της Πολεμικής Αεροπορίας δεν έχει επιθετικό χαρακτήρα. Έχει ξεκάθαρη αποτρεπτική λογική. Στόχος της Αθήνας είναι να καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε απόπειρα αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων ή δημιουργίας τετελεσμένων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο θα έχει δυσανάλογο κόστος για την Τουρκία.
Η αποτροπή δεν βασίζεται στις δηλώσεις αλλά στην αξιοπιστία της ισχύος. Και η Πολεμική Αεροπορία είναι διαχρονικά ο πιο άμεσος, ευέλικτος και αποφασιστικός βραχίονας της ελληνικής αποτροπής. Από τον Έβρο έως το Καστελόριζο και από το Βόρειο Αιγαίο έως την Κύπρο, η δυνατότητα της ΠΑ να αντιδράσει άμεσα, να επιβάλει αεροπορικό έλεγχο και να πλήξει κρίσιμους στόχους αποτελεί βασικό παράγοντα ισορροπίας.
Το αμερικανικό «όχι» στα τουρκικά F-35 ενισχύει αυτή την ισορροπία υπέρ της Ελλάδας. Όχι επειδή η Αθήνα στηρίζεται στην αδυναμία του αντιπάλου, αλλά επειδή έχει επενδύσει έγκαιρα και μεθοδικά σε μια νέα γενιά δυνατοτήτων. Η Ελλάδα δεν περιμένει απλώς να αποτύχουν τα τουρκικά σχέδια. Χτίζει τη δική της αεροπορική υπεροχή.

Οι ΗΠΑ βλέπουν την Ελλάδα ως αξιόπιστο πυλώνα
Η υπόθεση των F-35 έχει και μια σημαντική γεωπολιτική διάσταση. Η Ελλάδα εμφανίζεται πλέον ως αξιόπιστος σύμμαχος, σταθερός πυλώνας του ΝΑΤΟ στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και κρίσιμος κρίκος για την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου. Η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη, η Λάρισα, η Ανδραβίδα και συνολικά οι ελληνικές υποδομές έχουν αποκτήσει αυξημένη σημασία για τον αμερικανικό και ΝΑΤΟϊκό σχεδιασμό.
Αντίθετα, η Τουρκία, παρά τη στρατηγική της αξία, παραμένει ένας δύσκολος και απρόβλεπτος σύμμαχος. Οι σχέσεις της με τη Ρωσία, η αγορά των S-400, η αυτόνομη πορεία της στη Συρία, στη Λιβύη και στον Καύκασο, καθώς και η συχνή εργαλειοποίηση της γεωπολιτικής της θέσης, δημιουργούν διαρκή καχυποψία στην Ουάσιγκτον.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ θα εγκαταλείψουν την Τουρκία. Σημαίνει όμως ότι σε κρίσιμα τεχνολογικά προγράμματα, όπως το F-35, η εμπιστοσύνη είναι απαραίτητη προϋπόθεση. Και η Άγκυρα την έχει τραυματίσει βαθιά.
Η ευθύνη της Αθήνας για ταχύτητα, υποδομές, όπλα
Το παράθυρο ευκαιρίας για την Πολεμική Αεροπορία είναι μεγάλο, αλλά δεν είναι ανεξάντλητο. Η Αθήνα πρέπει να κινηθεί με ταχύτητα και συνέπεια. Τα έργα υποδομής στην Ανδραβίδα, η εκπαίδευση ιπταμένων και τεχνικών, η πιστοποίηση διαδικασιών ασφαλείας, η ενσωμάτωση των F-35 στο ελληνικό δίκτυο διοίκησης και ελέγχου και η εξασφάλιση των κατάλληλων όπλων πρέπει να προχωρήσουν χωρίς καθυστερήσεις.
Το F-35 δεν αγοράζεται απλώς. Ενσωματώνεται και απαιτεί νέα κουλτούρα επιχειρήσεων, νέα αντίληψη για τη διαχείριση δεδομένων, νέα επίπεδα κυβερνοασφάλειας, ειδικές υποδομές, διαρκή υποστήριξη και πλήρη διαλειτουργικότητα με τα υπόλοιπα μέσα. Αν όλα αυτά γίνουν σωστά, η Πολεμική Αεροπορία θα αποκτήσει ένα πλεονέκτημα που δύσκολα θα μπορεί να αμφισβητήσει η Άγκυρα.
Παράλληλα, πρέπει να προχωρήσει ο εκσυγχρονισμός των F-16 Block 50, να διατηρηθούν σε υψηλή διαθεσιμότητα τα Rafale, να εξασφαλιστεί επάρκεια πυραύλων Meteor, AMRAAM και όπλων κρούσης, και να ενισχυθεί το σύνολο της αεράμυνας. Η αεροπορική ισχύς δεν είναι μόνο αεροσκάφη. Είναι απόθεμα όπλων, τεχνική υποστήριξη, ρυθμός επιχειρήσεων, εκπαίδευση και δυνατότητα παρατεταμένης σύγκρουσης.
