Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ μετά τον πόλεμο μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Ιράν αναμένεται να αυξήσει τον λογαριασμό των ενεργειακών εισαγωγών της Τουρκίας κατά 14 δισεκατομμύρια δολάρια από τον Μάρτιο έως το τέλος του 2026, σύμφωνα με ειδική ανάλυση που δημοσίευσε το Διεθνές Ινστιτούτο Ενεργειακής Έρευνας Ember.
Η εντυπωσιακή αυτή αύξηση αντιστοιχεί σε περίπου 30% επιπλέον επιβάρυνση στο ετήσιο κόστος ενεργειακών εισαγωγών της χώρας και δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις για την ήδη πιεσμένη τουρκική οικονομία, η οποία καλείται να αντιμετωπίσει μια νέα κρίση με άμεσες επιπτώσεις.
Σήμερα, η Τουρκία καλύπτει περίπου τα δύο τρίτα των ενεργειακών της αναγκών μέσω εισαγωγών ορυκτών καυσίμων. Το ποσοστό αυτό την κατατάσσει στη δεύτερη θέση μεταξύ των χωρών της G20 όσον αφορά την εξάρτηση από ενεργειακές εισαγωγές σε σχέση με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), αμέσως μετά τη Νότια Κορέα.
Η βαθιά αυτή διαρθρωτική εξάρτηση καθιστά την τουρκική οικονομία ιδιαίτερα ευάλωτη σε απότομες διακυμάνσεις των διεθνών τιμών ενέργειας, όπως αποδεικνύεται από την τρέχουσα κρίση στα Στενά του Ορμούζ, ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα του πλανήτη.
Εκρηκτική άνοδος στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου
Σύμφωνα με την έκθεση, από τα τέλη Φεβρουαρίου έως τις αρχές Μαΐου του 2026, η τιμή του πετρελαίου Brent αυξήθηκε κατά 50%, ενώ οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη κατέγραψαν άνοδο της τάξης του 45%.
Ως αποτέλεσμα, το καθαρό κόστος ενεργειακών εισαγωγών της Τουρκίας για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο αυξήθηκε ήδη κατά περίπου 3 δισεκατομμύρια δολάρια σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους, καταγράφοντας αύξηση 26%.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι εάν οι τιμές των καυσίμων παραμείνουν στα σημερινά υψηλά επίπεδα έως το τέλος του έτους, η συνολική επιβάρυνση θα φτάσει τα 14 δισεκατομμύρια δολάρια.
Από το ποσό αυτό:
- Περίπου 7,7 δισεκατομμύρια δολάρια θα αφορούν το πετρέλαιο.
- Περίπου 6,4 δισεκατομμύρια δολάρια θα προκύψουν από το αυξημένο κόστος φυσικού αερίου.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι σχεδόν τα δύο τρίτα του επιπλέον κόστους πετρελαίου συνδέονται με τον τομέα των χερσαίων μεταφορών, ο οποίος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα εισαγόμενα καύσιμα.
Παράλληλα, το φυσικό αέριο χρησιμοποιείται εκτεταμένα για τη θέρμανση κατοικιών, τη βιομηχανική παραγωγή και την ηλεκτροπαραγωγή, γεγονός που σημαίνει ότι οι αυξήσεις στις τιμές του επηρεάζουν άμεσα ολόκληρη την οικονομία.
Ηλεκτρικά οχήματα και αντλίες θερμότητας ως λύση
Η ανάλυση της Ember επισημαίνει ότι η σταδιακή μετάβαση σε ηλεκτρικά οχήματα και αντλίες θερμότητας θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά την εξάρτηση της Τουρκίας από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Ινστιτούτου, κάθε ένα εκατομμύριο ηλεκτρικά οχήματα που κυκλοφορούν στους τουρκικούς δρόμους μπορούν να εξοικονομούν περίπου 900 εκατομμύρια δολάρια ετησίως από εισαγωγές καυσίμων.
Μέχρι τον Απρίλιο του 2026, στην Τουρκία κυκλοφορούσαν περίπου 420.000 ηλεκτρικά οχήματα. Οι τουρκικές αρχές έχουν θέσει ως στόχο ο αριθμός αυτός να ξεπεράσει τα 5 εκατομμύρια έως το 2035, στο πλαίσιο της στρατηγικής τους για τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας.
Ένα σοβαρό οικονομικό τεστ για την Άγκυρα
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ αναδεικνύει για ακόμη μία φορά το βασικό διαρθρωτικό πρόβλημα της τουρκικής οικονομίας: τη μεγάλη εξάρτησή της από εισαγόμενες πηγές ενέργειας.
Καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή συνεχίζουν να επηρεάζουν τις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, η Άγκυρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δύσκολη εξίσωση, καθώς καλείται να περιορίσει τις οικονομικές επιπτώσεις χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω νοικοκυριά, επιχειρήσεις και τη βιομηχανική παραγωγή.
Οι επόμενοι μήνες αναμένεται να είναι καθοριστικοί για την πορεία της τουρκικής οικονομίας, καθώς η εξέλιξη της κρίσης και η πορεία των διεθνών τιμών ενέργειας θα καθορίσουν το πραγματικό μέγεθος του κόστους που θα κληθεί να πληρώσει η χώρα.
