Η διακομματική ηγεσία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας για τα Ελληνικά Θέματα, οι βουλευτές Γκας Μπιλιράκης (Ρεπουμπλικάνος-Φλόριντα), Κρις Πάππας (Δημοκρατικός-Νιού Χάμσαϊρ), Νικόλ Μαλλιωτάκης (Ρεπουμπλικανή-Νέα Υόρκη) και Ντίνα Τίτους (Δημοκρατική-Νεβάδα), με δήλωση τους εναντιώνονται στην πώληση των αμερικανικών μαχητικών F-35 στην κατοχική Τουρκία.
Οι νομοθέτες εμμέσως βάλλουν και εναντίον του Προέδρου Ντόναλντ Τράμπ που προσκάλεσε τον Τούρκο ισλαμιστή πρόεδρο να επισκεφθεί το Λευκό Οίκο, την Πέμπτη.
Η ομάδα εξέδωσε την ακόλουθη δήλωση, η οποία εξευτελίζει την Τουρκία του Tαγίπ Ερντογάν:
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να είναι πολύ προσεκτικές όταν συμμετέχουν σε διαπραγματεύσεις, ιδίως όσον αφορά τις συζητήσεις σχετικά με την πιθανή επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα Joint Strike Fighter F-35.
Η Τουρκία δικαίως αποσύρθηκε από το πρόγραμμα το 2019 μετά την απόκτηση του ρωσικής κατασκευής συστήματος πυραυλικής άμυνας S-400 -μια σαφής παραβίαση της αμερικανικής νομοθεσίας βάσει του Νόμου για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής μέσω Κυρώσεων (του νόμου CAATSA).
Η απόφαση του Προέδρου Ερντογάν να επιδιώξει στρατιωτική συνεργασία με τη Ρωσική Ομοσπονδία, παρά τις υποχρεώσεις της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, υπονομεύει άμεσα την ασφάλεια της αμυντικής τεχνολογίας των ΗΠΑ και αποτελεί απειλή για τη στρατηγική ακεραιότητα της συμμαχικής αμυντικής συνεργασίας.
Η συνεχιζόμενη κατοχή του συστήματος S-400 ενώ επιδιώκεται η πρόσβαση στα μαχητικά αεροσκάφη F-35 κινδυνεύει να εκθέσει ευαίσθητες στρατιωτικές δυνατότητες των ΗΠΑ στις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες, διαβρώνοντας την εμπιστοσύνη των συμμάχων και θέτοντας σε κίνδυνο την ανάπτυξη στρατιωτικών πλατφορμών επόμενης γενιάς.
Πέρα από αυτήν την παραβίαση της αμερικανικής νομοθεσίας, η κυβέρνηση Ερντογάν έχει επιδείξει σταθερά αδιαφορία για τους διεθνείς κανόνες και τις δημοκρατικές αρχές – από την καταστολή της ελευθερίας του Τύπου και της πολιτικής διαφωνίας, έως τις επιθετικές στρατιωτικές ενέργειες στις περιοχές που έχουν προκαλέσει διεθνή καταδίκη.
Η τήρηση των κυρώσεων CAATSA δεν είναι μόνο θέμα συμμόρφωσης με τη νομοθεσία, αλλά ένα απαραίτητο βήμα για την προστασία των αμερικανικών αμυντικών περιουσιακών στοιχείων και την επιβεβαίωση της δέσμευσης των ΗΠΑ για λογοδοσία και κράτος δικαίου στις διεθνείς σχέσεις.
Η επιβράβευση της κυβέρνησης Ερντογάν χωρίς ουσιαστικές αλλαγές στη συμπεριφορά θα δημιουργούσε ένα επικίνδυνο προηγούμενο και θα αποδυνάμωνε την αξιοπιστία της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να παραμείνουν σταθερές στην υπεράσπιση των νόμων τους, των συμμαχιών τους και της διεθνούς τάξης.
