Νέα στοιχεία που έρχονται στο φως από έγγραφα ομοσπονδιακού δικαστηρίου των ΗΠΑ και αναδεικνύει το Nordic Monitor, περιγράφουν πώς η Κωνσταντινούπολη λειτούργησε επί χρόνια ως κεντρικός κόμβος για τη στρατολόγηση και τη διακίνηση ξένων μαχητών του ISIS. Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται ο Μίρσαντ Κάντιτς, ένας Κοσοβάρος υπήκοος και κάτοικος ΗΠΑ, ο οποίος καταδικάστηκε σε δύο φορές ισόβια κάθειρξη για την παροχή υλικής υποστήριξης στην τρομοκρατική οργάνωση.
Τα δικαστικά αρχεία αποκαλύπτουν ένα εκτεταμένο δίκτυο που εκμεταλλεύτηκε την Τουρκία ως το κύριο σημείο εισόδου για τζιχαντιστές από όλο τον κόσμο κατά την κορύφωση του συριακού εμφυλίου.
Ο Μίρσαντ Κάντιτς, καταδικασμένος πράκτορας του Ισλαμικού Κράτους από τη Νέα Υόρκη, μετακόμισε στην Τουρκία, όπου διαχειριζόταν τα μέσα ενημέρωσης, την εφοδιαστική αλυσίδα και τις επιχειρήσεις στρατολόγησης του ISIS. (Φωτογραφία του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ).
Το δίκτυο των «ασφαλών σπιτιών» και η εφοδιαστική αλυσίδα του τρόμου
Ο Κάντιτς, δρώντας από την καρδιά της Κωνσταντινούπολης, διαχειριζόταν μια σειρά από καταφύγια (safe houses) όπου κατέλυαν οι νεοσύλλεκτοι μαχητές πριν μεταφερθούν παράνομα στα συριακά σύνορα. Η επιχειρησιακή του δράση περιλάμβανε τον συντονισμό των αφίξεων από διεθνή αεροδρόμια, την παροχή εκατοντάδων πλαστών τουρκικών εγγράφων ταυτότητας και τη διασφάλιση κρυπτογραφημένων επικοινωνιών.\
Μεταξύ των ατόμων που φυγαδεύτηκαν μέσω αυτού του καναλιού ήταν και ο Αυστραλός έφηβος Τζέικ Μπιλάρντι, ο οποίος αργότερα πραγματοποίησε πολύνεκρη επίθεση αυτοκτονίας στο Ιράκ. Το δικαστήριο περιέγραψε την Τουρκία ως τον «κοινό τόπο διέλευσης», όπου οι μαχητές εισέρχονταν νόμιμα ως τουρίστες και στη συνέχεια προωθούνταν στη Συρία με τη βοήθεια διαμεσολαβητών.
Η ψηφιακή προπαγάνδα και ο ρόλος του «Εμίρη των Μέσων Ενημέρωσης»
Εκτός από την εφοδιαστική υποστήριξη, ο Κάντιτς αναδείχθηκε σε κορυφαίο στέλεχος της επικοινωνιακής μηχανής του ISIS. Ελέγχοντας περισσότερους από 120 λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, διηύθυνε μια τεράστια επιχείρηση προπαγάνδας, διασπείροντας εκατοντάδες βίντεο με εκτελέσεις και βομβιστικές επιθέσεις. Η ικανότητά του να χειρίζεται την αγγλική γλώσσα τον κατέστησε πολύτιμο για την οργάνωση, καθώς μπορούσε να προσεγγίσει και να ριζοσπαστικοποιήσει δυτικό κοινό, καθοδηγώντας υποψήφιους μαχητές από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη προς το λεγόμενο «Χαλιφάτο».
Η απόφαση του εφετείου που επικύρωσε την καταδίκη του Mirsad Kandic αποκάλυψε πρόσθετες λεπτομέρειες που δείχνουν πώς η Τουρκία λειτούργησε ως ασφαλές καταφύγιο για επιχειρήσεις του ISIS:
Καταγγελίες για εμπλοκή των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών
Το ρεπορτάζ και τα δικαστικά έγγραφα εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για τη στάση της τουρκικής κυβέρνησης υπό τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Σύμφωνα με τις αναφορές, η πολιτική κινητοποίησης οποιασδήποτε δύναμης εναντίον του καθεστώτος Άσαντ επέτρεψε σε εξτρεμιστικά δίκτυα να δρουν ανενόχλητα. Επιπλέον, γίνεται ονομαστική αναφορά στον Χακάν Φιντάν, νυν Υπουργό Εξωτερικών και τότε επικεφαλής της Εθνικής Οργάνωσης Πληροφοριών (MIT), για διευκόλυνση της μεταφοράς οπλισμού και μαχητών.
Σημειώνεται μάλιστα ότι όταν Τούρκοι αστυνομικοί και εισαγγελείς επιχείρησαν να αναχαιτίσουν φορτηγά της MIT που μετέφεραν όπλα σε τζιχαντιστές το 2014, η κυβέρνηση παρενέβη παύοντας τους λειτουργούς και σταματώντας τις έρευνες, σε μια προσπάθεια να καλύψει τις μυστικές επιχειρήσεις.
Η σύλληψη και η τελική καταδίκη στις Ηνωμένες Πολιτείες
Η δράση του Κάντιτς στην Τουρκία τερματίστηκε το 2017, όταν η διεθνής πίεση και οι τρομοκρατικές επιθέσεις στο εσωτερικό της χώρας ανάγκασαν τις αρχές της Άγκυρας να λάβουν αυστηρότερα μέτρα. Ο Κάντιτς διέφυγε στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη με πλαστά στοιχεία, όπου και συνελήφθη τον Ιούνιο του ίδιου έτους στο Σεράγεβο. Μετά την έκδοσή του στις ΗΠΑ και μια πολυήμερη δίκη στο Μπρούκλιν, η ενοχή του επικυρώθηκε από το Εφετείο το 2025.
Η υπόθεση αυτή αποτελεί πλέον μια από τις πιο εμπεριστατωμένες δικαστικές καταγραφές για το πώς η Τουρκία χρησιμοποιήθηκε ως ασφαλές καταφύγιο και διαμετακομιστικός σταθμός για την παγκόσμια τρομοκρατία κατά την προηγούμενη δεκαετία.
