Τραμπ: «Μεγάλο δώρο» στον Ερντογάν τα F-35; Γιατί μια τέτοια κίνηση προκαλεί έντονες αντιδράσεις στις ΗΠΑ
Το «δώρο» που συζητείται πριν από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι σκοπεύει να προσφέρει ένα «μεγάλο δώρο» στον πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, κατά τη συνάντησή τους στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στις 7-8 Ιουλίου 2026.
Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, ολοένα και περισσότερο ενισχύεται η εκτίμηση ότι το «δώρο» αυτό θα μπορούσε να είναι η επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35 Joint Strike Fighter, μια εξέλιξη που –όπως υποστηρίζει– αποτελεί έναν από τους βασικούς στρατηγικούς στόχους της Άγκυρας.
«Η Τουρκία δεν χρειάζεται τα F-35 μόνο για το ΝΑΤΟ»
Ο αρθρογράφος εκφράζει την άποψη ότι μια τέτοια απόφαση θα αποτελούσε σοβαρό λάθος για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Υποστηρίζει ότι η Τουρκία έχει εξελιχθεί πλέον σε σημαντική δύναμη της αμυντικής βιομηχανίας, αξιοποιώντας την τεχνογνωσία που απέκτησε από αμερικανικά οπλικά συστήματα.
Όπως αναφέρει, μετά την προμήθεια αμερικανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών από την κυβέρνηση Ομπάμα το 2011, η τουρκική αμυντική βιομηχανία επιτάχυνε σημαντικά την ανάπτυξή της.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην Baykar, η οποία –κατά τον συντάκτη– μετατράπηκε από μια μικρή εταιρεία μηχανημάτων και ανταλλακτικών αυτοκινήτων σε έναν πολυδισεκατομμυριούχο αμυντικό όμιλο.
Το πρόγραμμα KAAN στο επίκεντρο
Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι η Τουρκία εργάζεται ήδη για την ανάπτυξη του δικού της μαχητικού πέμπτης γενιάς, του KAAN, και εκτιμά ότι η απόκτηση των F-35 θα μπορούσε να προσφέρει πρόσθετη τεχνογνωσία και επιχειρησιακά οφέλη.
Κατά την άποψή του, η Άγκυρα παρουσιάζει την ανάγκη για τα F-35 ως απαίτηση της συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ, ενώ στην πραγματικότητα επιδιώκει να ενισχύσει τις δικές της αμυντικές δυνατότητες.
Η αξιοπιστία της Τουρκίας ως συμμάχου αμφισβητείται
Ο συντάκτης υποστηρίζει επίσης ότι η Τουρκία δεν αποτελεί πλέον αξιόπιστο σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών, επισημαίνοντας ότι το ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο στην αγορά των ρωσικών S-400, η οποία οδήγησε στον αποκλεισμό της από το πρόγραμμα των F-35.
Αναφέρει ακόμη ότι στις 9 Μαρτίου 2026 η Τουρκία ανέπτυξε έξι F-16 στα κατεχόμενα της βόρειας Κύπρου, υποστηρίζοντας ότι η κίνηση αυτή παραβίασε τους όρους τελικής χρήσης (end-use agreements) που συνοδεύουν την αμερικανική εξαγωγή των συγκεκριμένων αεροσκαφών.
Κατά την άποψή του, εάν η Τουρκία δεν τηρεί πλέον αυτούς τους περιορισμούς, τότε στο μέλλον αντίστοιχα ζητήματα θα μπορούσαν να προκύψουν και για τα F-35.
Ανησυχίες για διαρροή τεχνολογίας
Ο αρθρογράφος αναφέρει ότι στο παρελθόν η τουρκική Πολεμική Αεροπορία πραγματοποίησε κοινές ασκήσεις με την αεροπορία της Κίνας και του Πακιστάν, εκφράζοντας ανησυχίες για την προστασία της αμερικανικής τεχνολογίας.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι η αγορά των S-400 δεν αποτελεί, κατά την άποψή του, μεμονωμένο περιστατικό, αλλά μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής επιλογής της Άγκυρας.
Ο ίδιος εκτιμά ότι ενδεχόμενη παράκαμψη των περιορισμών που προβλέπει ο νόμος CAATSA θα μπορούσε να αποδυναμώσει την αξιοπιστία της αμερικανικής πολιτικής κυρώσεων απέναντι σε χώρες που συνεργάζονται αμυντικά με τη Ρωσία, το Ιράν ή τη Βόρεια Κορέα.
Προειδοποιήσεις για την περιφερειακή ασφάλεια
Κατά τον αρθρογράφο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος από μια πιθανή πώληση των F-35 στην Τουρκία αφορά τις γεωπολιτικές επιπτώσεις.
Υποστηρίζει ότι ακόμη και αν η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί πως μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά τις σχέσεις με την Άγκυρα, τα F-35 θα παραμείνουν στην τουρκική Πολεμική Αεροπορία για δεκαετίες, πολύ πέρα από τη διάρκεια της σημερινής αμερικανικής κυβέρνησης.
Στο ίδιο πλαίσιο, εκφράζει την εκτίμηση ότι οι εντάσεις μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ θα μπορούσαν να αυξηθούν στο μέλλον, ενώ αναφέρεται και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, σημειώνοντας ότι η Τουρκία έχει κατά καιρούς χρησιμοποιήσει μαχητικά αεροσκάφη στις εντάσεις με την Ελλάδα.
Η πρόταση του αρθρογράφου προς τον Τραμπ
Ο συντάκτης καταλήγει ότι, εάν ο Ντόναλντ Τραμπ επιθυμεί πραγματικά να τιμήσει τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για τη σχέση τους, θα μπορούσε να επιλέξει έναν διαφορετικό συμβολικό τρόπο και όχι την πώληση προηγμένων αμερικανικών οπλικών συστημάτων.
Κατά την άποψή του, μια πιθανή επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 δεν θα αποτελούσε πράξη στρατηγικής πολιτικής, αλλά θα εξυπηρετούσε έναν διαχρονικό στόχο της Άγκυρας.
Το άρθρο ολοκληρώνεται με την προσωπική εκτίμηση του αρθρογράφου ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν πανηγυρίζει για τη φιλία του με τον Ντόναλντ Τραμπ, αλλά επειδή θεωρεί ότι κατάφερε να αποσπάσει σημαντικές παραχωρήσεις από την αμερικανική πλευρά.
