Η επίσκεψη του Ερντογάν στη Σαουδική Αραβία σηματοδοτεί μια μετατόπιση από την έντονη αντιπαλότητα σε μια βαθιά εταιρική σχέση ασφάλειας-οικονομίας, με φόντο την κατάρρευση της Συρίας, την αποχώρηση των ΗΠΑ και τις ανησυχίες για την ενίσχυση της ισραηλινής επιρροής στη Μέση Ανατολή.
Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πραγματοποίησε τη δεύτερη επίσημη επίσκεψή του στη Σαουδική Αραβία από τότε που ξεκίνησε η διαδικασία ομαλοποίησης μεταξύ των χωρών. Σύμφωνα με το σχόλιο στο “Turkey Today”, η επίσκεψη σηματοδοτεί μια απότομη μετατόπιση από την περιφερειακή αντιπαλότητα σε στενό στρατηγικό συντονισμό, με τον όγκο του διμερούς εμπορίου μεταξύ των χωρών να αυξάνεται από περίπου 6,5 δισεκατομμύρια δολάρια το 2022 σε 8 δισεκατομμύρια δολάρια το 2025.
Σύμφωνα με το κείμενο, την τελευταία δεκαετία, οι δύο σουνιτικές δυνάμεις είχαν παγιδευτεί σε έναν κύκλο τριβών με φόντο την “Αραβική Άνοιξη”. Η Τουρκία υποστήριζε την αλλαγή και τις μεταρρυθμίσεις, ενώ η Σαουδική Αραβία θεωρούσε τη διατήρηση του status quo ως υπαρξιακή αναγκαιότητα. Τώρα, η ιδεολογική ακαμψία έχει δώσει τη θέση της στον οικονομικό πραγματισμό και τον συντονισμό ασφάλειας. Μια σαφής έκφραση αυτού καταγράφηκε τον Ιούλιο του 2023, όταν η Baykar υπέγραψε σύμβαση για την εξαγωγή μη επανδρωμένων αεροσκαφών Bayraktar AKINCI στο Υπουργείο Άμυνας της Σαουδικής Αραβίας. Αυτή η συμφωνία καταγράφηκε ως η μεγαλύτερη συμφωνία εξαγωγής αμυντικού και αεροπορικού εξοπλισμού στην ιστορία της Τουρκικής Δημοκρατίας. Επιπλέον, ιδρύθηκε μια κοινή εταιρεία αμυντικών ηλεκτρονικών (SADEC).
Η ανάγκη για συνεργασία έχει αυξηθεί καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μετατοπίσει την εστίασή τους σε άλλες περιοχές του κόσμου, αναγκάζοντας την Άγκυρα και το Ριάντ να επιδιώξουν στρατηγική αυτονομία. Ένα κρίσιμο σημείο καμπής σε αυτή τη συνεργασία καταγράφηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2024, με την πτώση του καθεστώτος Μπάαθ στη Συρία και την κατάρρευση της κεντρικής εξουσίας στη Δαμασκό. Η νέα πραγματικότητα απαιτούσε από τις χώρες να δράσουν από κοινού για να αποτρέψουν την εξάπλωση του χάους και να σταθεροποιήσουν την περιοχή, ενώ παράλληλα να συντονιστούν σε άλλους τομείς όπως το Σουδάν, η Υεμένη και η Λιβύη.
Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που επιταχύνει την προσέγγιση είναι ο φόβος της αλλαγής του ρόλου του Ισραήλ στην περιοχή. Σύμφωνα με την έκθεση, η Ιερουσαλήμ θεωρείται ότι έχει μετατοπιστεί από την εστίαση στην επιβίωση στην αναζήτηση περιφερειακής ηγεμονίας. Η επέκταση της ισραηλινής δραστηριότητας σε τομείς όπως το Κατάρ, το Ιράν, ο Λίβανος και η Υεμένη αμφισβητεί την παραδοσιακή σφαίρα επιρροής της Σαουδικής Αραβίας στον Κόλπο και απειλεί τη νότια πλευρά της Τουρκίας. Ενώ το Ριάντ βλέπει το Ισραήλ ως στρατηγικό αντίβαρο στο Ιράν, δεν ενδιαφέρεται να το δει ως μια αχαλίνωτη κυρίαρχη δύναμη στον Κόλπο. Τώρα, η συνεργασία μεταξύ Τουρκίας και Σαουδικής Αραβίας ορίζεται όχι ως πολυτέλεια, αλλά ως στρατηγική επιβίωσης ενόψει των μεταβαλλόμενων προκλήσεων στη Μέση Ανατολή.
