Η αεράμυνα μπαίνει σε μια νέα εποχή, όπου το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο η δυνατότητα αναχαίτισης, αλλά κυρίως η αναχαίτιση με βιώσιμο κόστος απέναντι σε μαζικές επιθέσεις κορεσμού.
Πρόκειται για επιχειρησιακή δυνατότητα άμεσου ενδιαφέροντος για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, με δεδομένη την μαζική κατασκευή drones αλλά και βαλλιστικών πυραύλων από την Τουρκία.
Και αυτό ακριβώς είναι το πεδίο στο οποίο το Ισραήλ επιχειρεί να κάνει το ποιοτικό άλμα με το Iron Beam, το οποίο πλέον προστέθηκε στο οπλοστάσιο του.
Οι πληροφορίες του OnAlert.gr αναφέρουν ότι στο πλαίσιο της αναβαθμισμένης συνεργασίας Ελλάδας-Ισραήλ, το Τελ Αβίβ έχει εκφράσει πρόθεση να αποδεσμεύσει το σύστημα στη χώρα μας, με την Ελλάδα να βρίσκεται πλέον στο κάδρο ως ο πρώτος δυνητικός χρήστης εκτός Ισραήλ.
Το Iron Beam δεν αποτελεί πλέον ένα φιλόδοξο και άκρως «υποσχόμενο» πρόγραμμα που θα ωριμάσει κάποτε. Ήδη οι κατασκευαστές και το ισραηλινό Υπουργείο Άμυνας παρέδωσαν το πρώτο επιχειρησιακό σύστημα στον IDF, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από την ανάπτυξη στη σειριακή παραγωγή, με την ισραηλινή πλευρά να μιλά ανοιχτά για «τεχνολογική επανάσταση» και για ένταξη ενός ακόμη επιπέδου στην πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική αεράμυνας.
Για την Ελλάδα, η συζήτηση δεν αφορά ένα όπλο τελευταίας τεχνολογίας. Αφορά τον τρόπο που θα θωρακιστεί ο εναέριος χώρος, τα νησιά, οι βάσεις, τα πλοία, τα κρίσιμα ενεργειακά και λιμενικά σημεία, απέναντι σε μια απειλή που εξελίσσεται.
Τα UAV κάθε κατηγορίας, περιπλανώμενα πυρομαχικά, ρουκέτες/βλήματα καμπύλης τροχιάς, αλλά και το σενάριο κορεσμού, όπου ο αντίπαλος προσπαθεί να επιφέρει μαζικές καταστροφές σε «high value» συστήματα και υποδομές. Κι εδώ το λέιζερ, αν αποδώσει όσα υπόσχεται σε επιχειρησιακές συνθήκες αλλάζει την οικονομία του πολέμου.
Από την επιχειρησιακή ένταξη στον IDF στην «αποδέσμευση» προς την Αθήνα
Η έννοια της «αποδέσμευσης» σε τέτοιου είδους συστήματα δεν είναι μια απλή πολιτική δήλωση. Μεταφράζεται σε πρόσβαση σε τεχνικά δεδομένα, διαθεσιμότητα για διακρατική συμφωνία, χρονοδιάγραμμα παραγωγής και παράδοσης και κυρίως ένταξη σε ένα πακέτο ολοκληρωμένης λύσης που αφορά ραντάρ, C2, διασύνδεση με υπάρχοντα συστήματα και όχι ένα μεμονωμένο σύστημα με αυτοτελή λειτουργία.
Ήδη από το 2024–2025, στον δημόσιο διάλογο μπήκε ότι η Ελλάδα εξετάζει ισραηλινές λύσεις λέιζερ ως μέρος της μελλοντικής πολυεπίπεδης αεράμυνας. Το καλοκαίρι του 2025 υπήρχαν σαφείς ενδείξεις ενδιαφέροντος για τέτοιου τύπου συστήματα, στο πλαίσιο ευρύτερης αναζήτησης λύσεων αντι-drone/αντι-ρουκετικών δυνατοτήτων.
Το «κλειδί» όμως είναι ότι το Ισραήλ – παράλληλα με την επιχειρησιακή ωρίμανση – επιταχύνει την παραγωγή. Τον Οκτώβριο του 2024 είχε ανακοινωθεί συμφωνία ύψους 2 δισ. Σέκελ για επέκταση της παραγωγής του Iron Beam με τη Rafael και την Elbit. Η συμφωνία αυτή έδιεξε ότι το πρόγραμμα δεν αντιμετωπίστηκε ως «τεχνολογικό demo», αλλά ως μαζική ανάγκη που πρέπει να περάσει σε αριθμούς.
Το Ισραήλ προχωρά σε μια στρατηγική κίνηση με ιδιαίτερη σημασία για την άμυνα της Ελλάδας…
Δόθηκε η εντολή λοιπόν να αποδεσμευτεί το υπερσύγχρονο σύστημα λέιζερ Iron Beam προς την ελληνική πλευρά, στο πλαίσιο της στενής διμερούς συνεργασίας σε ζητήματα ασφάλειας και αεράμυνας. Το Iron Beam αποτελεί πλέον το πρώτο πλήρως επιχειρησιακό σύστημα αναχαίτισης λέιζερ παγκοσμίως, που εισάγει νέα δεδομένα στην αντιμετώπιση απειλών από drones, ρουκέτες και άλλους εναέριους στόχους.
Το Iron Beam αναπτύχθηκε από τις ισραηλινές αμυντικές βιομηχανίες Rafael Advanced Defense Systems σε συνεργασία με την Elbit Systems και παραδόθηκε πρόσφατα στις Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις, σημειώνοντας ότι πλέον ενσωματώνεται στη συνολική στρατηγική αντιαεροπορική άμυνα του Ισραήλ παράλληλα με τα γνωστά συστήματα Iron Dome, David’s Sling και Arrow.
Το σύστημα λειτουργεί με χρήση κατευθυνόμενης ενέργειας υψηλής ισχύος (laser) και μπορεί να εντοπίζει, στοχεύει και να αναχαιτίζει απειλές σχεδόν με την ταχύτητα του φωτός, προσφέροντας υπηρεσίες σε μικρές έως μεσαίες αποστάσεις που συμπληρώνουν τα άλλα παραδοσιακά αντιπυραυλικά μέσα. Το Iron Beam έχει σχεδιαστεί ώστε να εξουδετερώνει πυραυλικά βλήματα, όλμους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε πραγματικό χρόνο, μειώνοντας δραστικά το κόστος ανά αναχαίτιση σε σχέση με συμβατικούς πυραύλους άμυνας.
Στην Αθήνα, η συζήτηση για τη χρήση του Iron Beam έχει ενταθεί στο πλαίσιο του ελληνικού σχεδίου «Achilles Shield», που στοχεύει να εκσυγχρονίσει την εθνική αεράμυνα με συνδυασμό τεχνολογιών πολλαπλών επιπέδων. Σύμφωνα με πληροφορίες από διεθνείς πηγές ειδήσεων, η Ελλάδα εξετάζει σοβαρά την ενσωμάτωση ενός λέιζερ τύπου Iron Beam στο υπάρχον σύστημα άμυνας, ως μια πιο οικονομική και ευέλικτη λύση ειδικά απέναντι σε απειλές από drones και πυραύλους.
Η πιθανή απόκτηση του Iron Beam από την Ελλάδα έχει βαθύτερο γεωπολιτικό και στρατιωτικό υπόβαθρο. Η Αθήνα και το Τελ Αβίβ ενισχύουν σταθερά τη συνεργασία τους μέσω κοινών στρατιωτικών ασκήσεων, ανταλλαγών τεχνογνωσίας και εξελίξεων σε αμυντικά συστήματα, την ίδια στιγμή που οι περιφερειακές εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και άλλες στρατηγικές προκλήσεις αυξάνουν την ανάγκη για προηγμένα μέσα άμυνας.
Ενώ το Iron Beam έχει καταστεί πλέον επιχειρησιακά ώριμο και ενσωματώνεται στην ισραηλινή άμυνα, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι τα συστήματα λέιζερ έχουν και περιορισμούς, καθώς η αποτελεσματικότητά τους μπορεί να περιοριστεί σε συνθήκες χαμηλής ορατότητας, όπως βαριά σύννεφα, καπνός ή σκόνη, που επηρεάζουν τη διάδοση της δέσμης λέιζερ.
Τα βασικά χαρακτηριστικά του είναι τρία:
1. Ταχύτητα εμπλοκής: η δέσμη κινείται πρακτικά «με την ταχύτητα του φωτός».
2. «Unlimited magazine»: δεν διαθέτει «βλήματα» που τελειώνουν, αλλά συνεχή ενεργειακή/ηλεκτρική υποστήριξη.
3. Κόστος ανά εμπλοκή: η ισραηλινή πλευρά έχουν υπογραμμίσει τη διαφορά κόστους έναντι των κλασικών συστημάτων αναχαίτισης (που μπορεί να κοστίζουν δεκάδες χιλιάδες δολάρια ανά βολή), καθώς στο λέιζερ το οριακό κόστος είναι πολύ χαμηλό.
Σύμφωνα με τους κατασκευαστές, το σύστημα ολοκλήρωσε επιτυχώς τις δοκιμές και πιστοποιήθηκε σε «πλήρη επιχειρησιακή διαμόρφωση» με αναχαιτίσεις ρουκετών, όλμων, αεροσκαφών και UAV σε «ευρύ φάσμα σεναρίων», πριν την ένταξή του στην αεράμυνα του Ισραήλ.
Γιατί το χρειάζεται η Ελλάδα: ο πόλεμος των UAV και το σενάριο κορεσμού
Στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στον Έβρο, η απειλή δεν είναι μονοδιάστατη. Από τη μία πλευρά υπάρχουν τα «κλασικά» μέσα (μαχητικά, cruise missiles, stand-off όπλα). Από την άλλη, υπάρχει η πραγματικότητα των UAV: φθηνά, πολυάριθμα, με δυνατότητα επίμονης παρουσίας, αναγνώρισης–στοχοποίησης–κρούσης, και κυρίως με δυνατότητα να λειτουργήσουν ως «εργαλείο κορεσμού» της αεράμυνας.
Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε βλήμα (Patriot, Aster, Ram) που εκτοξεύεται σε έναν στόχο χαμηλής αξίας, είναι μια οικονομική αιμορραγία και μια επιχειρησιακή φθορά αποθεμάτων. Το λέιζερ έρχεται ακριβώς να καλύψει αυτό το κενό και να δώσει μια λύση χαμηλού κόστους για τους στόχους που δεν αξίζει να σπαταληθεί ένας ακριβός πύραυλος. Με αυτόν τον τρόπο τα ακριβά βλήματα παραμένουν στη «φαρέτρα» για τους στόχους που πραγματικά το απαιτούν.

Αυτός είναι και ο λόγος που η Ελλάδα επιδιώκει πολυεπίπεδο πλέγμα. Η συζήτηση για τον «Achilles Shield» δεν είναι απλώς μια αγορά συστημάτων. Είναι αρχιτεκτονική και αφορά αισθητήρες–C2–όπλα σε κλίμακες, ώστε να υπάρχει η σωστή «απάντηση» στο σωστό ύψος, απόσταση και τύπο στόχου.
Πώς «κουμπώνει» στον ελληνικό θόλο: το Iron Beam ως το νέο «last line / cheap shot»
Σε ένα ιδανικό σενάριο, το Iron Beam λειτουργεί ως:
- αντι-drone «εργάτης» για την αντιμετώπιση μικρών UAV/C-UAS και περιπλανώμενων πυρομαχικών,
- αντι-RAM (rockets–artillery–mortars) για κρίσιμες εγκαταστάσεις,
- και ως «gap filler» ανάμεσα σε πολύ κοντινά συστήματα (πυροβόλα/SHORAD) και στα κλασικά πυραυλικά (μεγαλύτερης εμβέλειας).
Oι κατασκευαστές υποστηρίζουν ότι το Iron Beam μπορεί να ενσωματωθεί σε «οποιοδήποτε πολυεπίπεδο σύστημα άμυνας» και να συνεργαστεί με διαφορετικές πλατφόρμες. Στην πράξη, αυτό σημαίνει διασύνδεση με ραντάρ, ηλεκτροοπτικά, C2, και κανόνες εμπλοκής ώστε να γίνεται έξυπνη κατανομή στόχων: ποιος στόχος ανατίθεται σε λέιζερ, ποιος σε πύραυλο, ποιος σε άλλο μέσο.
Για την Ελλάδα, που ήδη διαθέτει Patriot και μια σειρά από συστήματα διαφορετικών γενεών, το ζητούμενο είναι η δικτυοκεντρική ενοποίηση. Όχι άλλο ένα «stand alone» σύστημα που λειτουργεί αυτόνομα αλλά ένας κόμβος που μοιράζεται εικόνα αεράμυνας, δέχεται στόχους, επιστρέφει αποτελέσματα εμπλοκής, και –ιδανικά – υποστηρίζει κοινή τακτική εικόνα σε νησιά και ενδοχώρα.

Τα πραγματικά «όρια» του λέιζερ – και γιατί δεν ακυρώνουν την αξία του
Κανένα σύστημα λέιζερ δεν είναι αποτελεί υπερόπλο. Έχει σκληρούς φυσικούς περιορισμούς:
- Καιρός/ατμόσφαιρα: υγρασία, βροχή, ομίχλη, σκόνη, αερολύματα μειώνουν την απόδοση
- Line of sight: πρέπει να διακρίνεται ο στόχος χωρίς εμπόδια.
- Dwell time: δεν καταστρέφεται ο στόχος όπως σε μια έκρηξη αναχαίτισης, αλλά χρειάζονται δευτερόλεπτα συνεχούς ενέργειας στο σωστό σημείο.
- Ισχύς–ψύξη–ηλεκτροδότηση: όσο καλύτερη απόδοση, τόσο πιο απαιτητική η ενεργειακή υποστήριξη.
Αυτά όμως δεν ακυρώνουν την αξία. Αντίθετα, εξηγούν γιατί το Iron Beam προορίζεται να είναι συμπληρωματικό επίπεδο. Η ισραηλινή προσέγγιση, όπως αποτυπώνεται και στις δοκιμές, είναι ακριβώς αυτή: όχι «either/or», αλλά «both», σε μία αρχιτεκτονική όπου κάθε επίπεδο αναλαμβάνει συγκεκριμένη αποστολή.
