Του ΔΗΜΗΤΡΗ Γ. ΑΠΟΚΗ* – Αθήνα
Σε μια εποχή όπου η γεωπολιτική αστάθεια κυριαρχεί στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο, η πρωτοβουλία του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου έρχεται σαν φάρος ελπίδας για χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος.
Ο Νετανιάχου περιέγραψε ένα όραμα για τη δημιουργία ενός ευρέος συστήματος συμμαχιών – ενός άξονα χωρών γύρω και μέσα στη Μεσόγειο, που περιλαμβάνει την Ινδία, αραβικές χώρες, αφρικανικές χώρες, αλλά και μεσογειακές δυνάμεις όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, μαζί με άλλες ασιατικές χώρες.
Αυτός ο άξονας, σύμφωνα με τον Νετανιάχου, θα βλέπει την πραγματικότητα, τις προκλήσεις και τους στόχους μέσα από ένα κοινό πρίσμα, αντίθετο με τους ριζοσπαστικούς άξονες – τόσο τον ριζοσπαστικό σιιτικό άξονα, τον οποίο το Ισραήλ πολεμά σθεναρά, όσο και τον ριζοσπαστικό σουνιτικό, αλλά και την αναθεωρητική στρατηγική της Τουρκίας.
Αυτή η πρωτοβουλία δεν είναι απλώς εξαιρετική, αλλά και κρίσιμη για τα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας και της Κύπρου. Σε μια περιοχή όπου η Τουρκία συνεχίζει να προκαλεί με νεο-οθωμανικές φιλοδοξίες, η συμμετοχή σε έναν τέτοιο συμμαχικό σχηματισμό μπορεί να ενισχύσει την ασφάλειά μας, να προωθήσει οικονομικές συνεργασίες σε ενέργεια, εμπόριο και τεχνολογία, και να δημιουργήσει ένα αντίβαρο απέναντι σε απειλές όπως ο αναθεωρητισμός της Τουρκίας, ο ιρανικός επεκτατισμός ή η ισλαμιστική τρομοκρατία.
Η δημιουργία και η συμμετοχή της Ελλάδας και της Κύπρου σε αυτή τη συμμαχία θα αποτελέσει ισχυρή ασπίδα απέναντι στις συνεχείς αμφισβητήσεις και απειλές της Τουρκίας του Ερντογάν κατά των κυριαρχικών δικαιωμάτων και της εδαφικής ακεραιότητας Ελλάδος και Κύπρου.
Η Ελλάδα και η Κύπρος, ως γέφυρες μεταξύ Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής, έχουν να κερδίσουν πολλά από αυτή την “συμμαχία των μετριοπαθών”. Είναι μια ευκαιρία να ξεφύγουμε από την απομόνωση και να ενταχθούμε σε ένα δίκτυο που υπερασπίζεται κοινές αξίες: δημοκρατία, σταθερότητα και οικονομική ανάπτυξη.
Ο Νετανιάχου, με την εμπειρία του στην αντιμετώπιση ριζοσπαστικών απειλών, προσφέρει ένα πλαίσιο που ταιριάζει απόλυτα με τα δικά μας εθνικά συμφέροντα, ιδιαίτερα μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και τις ενεργειακές συνεργασίες όπως το EastMed.
Ωστόσο, αυτή η αισιοδοξία επισκιάζεται από ανησυχητικές πληροφορίες που κυκλοφορούν στους διπλωματικούς κύκλους. Σύμφωνα με αυτές, κατά την επίσκεψη του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στην Τουρκία στις 7-8 Ιουλίου 2026, για τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, ενδέχεται να υπογραφεί μια γιγαντιαία συμφωνία ύψους 500 δισεκατομμυρίων δολαρίων μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας. Μια τέτοια συμφωνία – που φημολογείται ότι αφορά αμυντικές προμήθειες, ενέργεια και επενδύσεις – θα ενισχύσει δραματικά την τουρκική οικονομία και στρατιωτική ισχύ, σε μια στιγμή που η Άγκυρα συνεχίζει να αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Πώς μπορεί μια τέτοια εξέλιξη να μην προκαλεί ανησυχία; Θα δώσει στην Τουρκία του Ερντογάν νέα εργαλεία για να πιέζει γείτονες όπως εμάς, ενώ ταυτόχρονα θα ενισχύσει τον ρόλο της ως “απαραίτητου συμμάχου” στο ΝΑΤΟ, παρά τις αποσταθεροποιητικές της ενέργειες.
Και εδώ έρχεται το πιο κρίσιμο ερώτημα: Με βάση την πολιτική κατευνασμού που ακολουθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη απέναντι στην Τουρκία, υπάρχει σοβαρότατος κίνδυνος ο Πρόεδρος Τραμπ να χρησιμοποιήσει αυτή τη συμφωνία ως μοχλό πίεσης για να “τα βρουν” Ελλάδα και Τουρκία στο Αιγαίο; Η Διακήρυξη Φιλίας και Συνεργασίας των Αθηνών, μαζί με την πρόσφατη επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Άγκυρα, έχουν δημιουργήσει ένα κλίμα “καλής γειτονίας” που, δυστυχώς, είναι μονόπλευρο και άκρως επικίνδυνο.
Η Ελλάδα κάνει παραχωρήσεις σε ρητορικό επίπεδο, ενώ η Τουρκία συνεχίζει τις υπερπτήσεις, τις NAVTEX και τις απειλές για “γαλάζια πατρίδα”. Αυτή η προσέγγιση κατευνασμού – που θυμίζει ιστορικές αποτυχίες – μπορεί να εκληφθεί από τον Τραμπ ως αδυναμία, ιδιαίτερα αν, όπως όλα δείχνουν, πραγματοποιήσει επίσκεψη στην Ελλάδα πριν μεταβεί στην Τουρκία για τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ.
Φανταστείτε το σενάριο: Ο Τραμπ φτάνει στην Αθήνα, συζητά με τον Μητσοτάκη, και χρησιμοποιεί την επικείμενη συμφωνία με την Τουρκία ως “καρότο” ή “μαστίγιο” για να πιέσει σε συμβιβασμούς στο Αιγαίο – ίσως σε θέματα υφαλοκρηπίδας, ΑΟΖ ή ακόμα και αποστρατιωτικοποίησης νησιών.
Με την πολιτική του “America First”, ο Τραμπ δεν θα διστάσει να προωθήσει αμερικανικά συμφέροντα, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει θυσίες από μικρότερους συμμάχους. Είναι τραγικό, λόγω της επικίνδυνης εξωτερικής πολιτικής που ακολουθείτε από την κυβέρνηση, με την εμμονή της σε “διάλογο χωρίς προϋποθέσεις”, να ανοίξει η πόρτα σε τέτοιες πιέσεις.
Πρέπει να αναρωτηθούμε: Είμαστε έτοιμοι να υπερασπιστούμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, ή θα γίνουμε πιόνι σε ένα μεγαλύτερο γεωπολιτικό παιχνίδι; Η πρωτοβουλία Νετανιάχου είναι μια χρυσή ευκαιρία, αλλά απαιτεί εθνική εγρήγορση και μια ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, με εθνική στρατηγική, όπου κυριαρχεί το εθνικό συμφέρον. Η Ελλάδα και η Κύπρος οφείλουν να ενισχύσουν τις συμμαχίες τους, όχι να υποχωρούν σε πιέσεις. Είναι ώρα για σκληρή διπλωματία, όχι για κατευνασμό.
* Ο Δημήτρης Γ. Απόκης, είναι Διεθνολόγος, με ειδίκευση στην Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική, Γεωπολιτική και Διεθνή Οικονομία. Απόφοιτος των πανεπιστημίων The American University, School of International Service, και The Johns Hopkins University, The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies της Ουάσιγκτον. Είναι μέλος του The International Institute for Strategic Studies, του Λονδίνου. Ως Δημοσιογράφος, υπήρξε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, στο Στέητ Ντιπάρτμεντ και στο Αμερικανικό Πεντάγωνο.
