*του Κώστα Σαρικά-onalert
Με την τέταρτη φρεγάτα FDI να έχει πλέον προστεθεί στον σχεδιασμό του Πολεμικού Ναυτικού και την «ΚΙΜΩΝ» να εντάσσεται επισήμως στον Στόλο, το μεγάλο κεφάλαιο της ενίσχυσης των Μονάδων επιφανείας δείχνει να μπαίνει σε τροχιά οριστικής υλοποίησης. Την ίδια στιγμή, όμως, στο παρασκήνιο ωριμάζει ήδη το επόμενο μεγάλο πρόγραμμα του Πολεμικού Ναυτικού με τη μάχη να μεταφέρεται από την επιφάνεια στον βυθό.
Το πρόγραμμα για την απόκτηση τεσσάρων νέων υποβρυχίων αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη επένδυση της επόμενης εικοσαετίας για τον Στόλο, όχι μόνο λόγω του τεράστιου οικονομικού του αποτυπώματος, αλλά κυρίως επειδή θα κρίνει την υποβρύχια αποτρεπτική ισχύ της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες. Πρόκειται για μια επιλογή που θα καθορίσει όχι απλώς πόσα και με ποια χαρακτηριστικά υποβρύχια θα διαθέτει η Ελλάδα, αλλά τη συνολική φιλοσοφία της ελληνικής ναυτικής ισχύος στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο έως τα μέσα του αιώνα.
Σύμφωνα με πληροφορίες του OnAlert.gr, οι Γάλλοι της Naval Group ετοιμάζονται να μπουν πολύ δυναμικά στη μάχη, με μια ιδιαίτερα ισχυρή πρόταση που θα αφορά το Barracuda σε συμβατική διαμόρφωση, αυξημένες δυνατότητες παραμονής σε κατάδυση, χαμηλό ίχνος και κυρίως δυνατότητα ενσωμάτωσης πυραύλων στρατηγικού πλήγματος. Πρόκειται ακριβώς για το σημείο στο οποίο το Πολεμικό Ναυτικό φέρεται να στέκεται ως βασική προϋπόθεση του προγράμματος.
Η γαλλική κίνηση μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί. Έρχεται σε μια συγκυρία κατά την οποία το Παρίσι επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει πλήρως τη στρατηγική σχέση που έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια με την Αθήνα, έχοντας ήδη πετύχει να εξασφαλίσει κομβική παρουσία στα μεγάλα ναυτικά και αεροπορικά προγράμματα της χώρας. Μετά τα Rafale και τις FDI, η Naval Group δείχνει αποφασισμένη να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο και στο πιο κρίσιμο, ίσως, πρόγραμμα του αυριανού Στόλου που αφορά τα νέα υποβρύχια.
Από το Αιγαίο στην Ανατολική Μεσόγειο
Το επιχειρησιακό περιβάλλον, όπως άλλωστε δείχνουν οι τελευταίες εξελίξεις με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, έχει μεταβληθεί ριζικά. Το Πολεμικο Ναυτικό δεν σχεδιάζει πλέον μόνο για το κλειστό, απαιτητικό, γεμάτο ιδιαιτερότητες περιβάλλον του Αιγαίου, αλλά για έναν πολύ ευρύτερο γεωγραφικό χώρο που εκτείνεται σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτό σημαίνει ότι τα νέα υποβρύχια που θα επιλεγούν δεν πρέπει να είναι απλώς αθόρυβα, ευέλικτα και αποτελεσματικά σε αποστολές ενέδρας και θαλάσσιας άρνησης. Θα πρέπει να διαθέτουν μεγάλη αυτονομία, δυνατότητα μακράς παραμονής μακριά από τη βάση τους, αντοχή σε πολυήμερες αποστολές, υψηλό επίπεδο επιβιωσιμότητας σε περιβάλλον έντονου ανθυποβρυχιακού πολέμου και ταυτόχρονα, ικανότητα να μεταφέρουν την αποτροπή σε νέο επίπεδο.

Η ελληνική πλευρά βλέπει πλέον τα νέα υποβρύχια ως πλατφόρμες στρατηγικής σημασίας. Όχι μόνο ως διαδόχους των υπαρχόντων Type 214, αλλά ως μέσα που θα προσδώσουν στον Στόλο δυνατότητες που μέχρι σήμερα είτε δεν υπήρχαν είτε παρέμεναν περιορισμένες. Η δυνατότητα προσβολής στόχων σε μεγάλη απόσταση από ασφαλή θέση, κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, αποτελεί ίσως το σημαντικότερο νέο ζητούμενο.
Και αυτό ακριβώς είναι το πεδίο στο οποίο οι Γάλλοι επιχειρούν να χτίσουν την πρότασή τους.
Οι δύο κρίσιμες παράμετροι
Όπως προκύπτει από τις έως τώρα πληροφορίες, το Πολεμικό Ναυτικό αντιμετωπίζει το πρόγραμμα των νέων υποβρυχίων με δύο ξεκάθαρες απαιτήσεις.
Η πρώτη αφορά την εγχώρια ναυπήγηση με πραγματικό περιεχόμενο. Όχι μια λύση βιτρίνας που θα αφορά την τελική συναρμολόγηση, αλλά ουσιαστική εμπλοκή ελληνικών ναυπηγείων και ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Το Πολεμικό Ναυτικό επιθυμεί γραμμή που να αφήνει αποτύπωμα, τεχνογνωσία, δυνατότητα υποστήριξης, εργασίες κύκλου ζωής, μελλοντικές αναβαθμίσεις, συμμετοχή ελληνικών εταιρειών σε κρίσιμα υποσυστήματα και δημιουργία σοβαρής βάσης για την επόμενη μέρα
Επιπλέον, ζητούμενο είναι η δυνατότητα ενσωμάτωσης στρατηγικών όπλων. Το νέο υποβρύχιο δεν αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη μέσο μεταφοράς τορπιλών αλλά ως φορέας αποτροπής, ο οποίος πρέπει να μπορεί να φέρει όπλα στρατηγικής κρούσης και να αλλάξει τους κανόνες εμπλοκής στην περιοχή.
Αυτές οι δύο απαιτήσεις μετατρέπουν το πρόγραμμα από απλό τεχνικό διαγωνισμό σε γεωπολιτική αναμέτρηση. Κατά συνέπεια, δεν θα επιλεγεί μόνο το καλύτερο υποβρύχιο αλλά και το πακέτο που θα δίνει στο Πολεμικό Ναυτικό τις περισσότερες δυνατότητες, στη χώρα τη μεγαλύτερη βιομηχανική υπεραξία και στην Αθήνα τη μεγαλύτερη στρατηγική προστιθέμενη αξία.
Η γαλλική «σφήνα» με Barracuda
Σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον έρχονται οι Γάλλοι να κάνουν τη δική τους αποφασιστική κίνηση. Το ισχυρό στοιχείο της γαλλικής πρότασης δεν είναι μόνο τα ίδια τα υποβρύχια, αλλά τη συνολική φιλοσοφία πίσω από αυτό. Οι Γάλλοι δεν έρχονται να προσφέρουν απλώς μια νέα πλατφόρμα, αλλά ένα πλήρες επιχειρησιακό και πολιτικό αφήγημα, το οποίο συνδέει το νέο υποβρύχιο με τη στρατηγική σχέση Ελλάδας – Γαλλίας, με το υφιστάμενο γαλλικό αποτύπωμα στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και με την προοπτική περαιτέρω εμβάθυνσης της αμυντικής συνεργασίας Αθήνας και Παρισιού.
Για τη Naval Group, το πρόγραμμα των ελληνικών υποβρυχίων αποτελεί τη φυσική συνέχεια μιας πορείας που ξεκίνησε με τα Rafale και πέρασε σε επόμενο επίπεδο με τις FDI. Οι Γάλλοι γνωρίζουν ότι στην Αθήνα εκτιμάται ιδιαίτερα η ύπαρξη στρατηγικών σχέσεων με συνέπεια και βάθος, όχι αποσπασματικών συμφωνιών. Και επιχειρούν να εμφανιστούν ως ο εταίρος που μπορεί να υποστηρίξει μια ενιαία λογική στο ναυτικό και αεροπορικό οπλοστάσιο της χώρας.
Το πλεονέκτημα της στρατηγικής κρούσης
Το πιο ισχυρό χαρτί της γαλλικής πρότασης είναι αναμφίβολα το σκέλος της στρατηγικής κρούσης. Για το Πολεμικό Ναυτικό, η απαίτηση για δυνατότητα εκτόξευσης πυραύλων μακρού πλήγματος από τα νέα υποβρύχια αποτελεί κρίσιμο παράγοντα. Και στο σημείο αυτό η Γαλλία διαθέτει ένα πλεονέκτημα που δύσκολα αμφισβητείται.
Το γαλλικό οπλοστάσιο περιλαμβάνει τον πύραυλο MdCN/NCM, δηλαδή τη ναυτική έκδοση στρατηγικής κρούσης που είναι γνωστή και ως SCALP Naval. Η σημασία αυτού του στοιχείου είναι τεράστια, διότι δίνει στο Παρίσι τη δυνατότητα να βάλει στα δεδομένα τη δυνατότητα για στρατηγικό πλήγμα όχι θεωρητικά, αλλά πάνω σε υπαρκτή, ώριμη και επιχειρησιακά επεξεργασμένη λύση.

Με άλλα λόγια, οι Γάλλοι επιθυμούν όπως και στην περίπτωση των FDI να προσεγγίσουν το Πολεμικό Ναυτικό με μια ολοκληρωμένη πρόταση που συνδυάζει πλατφόρμα, σύστημα μάχης και όπλο στρατηγικής κρούσης, χωρίς να χρειάζεται να στηριχθούν σε μελλοντικές πιστοποιήσεις ή σε σχέδια που ακόμη βρίσκονται σε φάση σύλληψης. Και αυτό είναι στοιχείο με ιδιαίτερο βάρος για μια ελληνική πλευρά που θέλει σαφείς δεσμεύσεις και χαμηλό τεχνικό ρίσκο για ένα πρόγραμμα τέτοιας εμβέλειας.
Ο Σκαραμαγκάς στο επίκεντρο
Το δεύτερο μεγάλο σκέλος της γαλλικής πρότασης αφορά την κατασκευή στην Ελλάδα. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι οι Γάλλοι βλέπουν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα ελληνικά ναυπηγεία και ειδικά τον Σκαραμαγκά, ο οποίος διαθέτει σαφές ιστορικό και ισχυρό συμβολισμό στο πεδίο των υποβρυχίων, καθώς εκεί κατασκευάστηκαν τα Type 214.
Η επιλογή του Σκαραμαγκά δεν θα έχει μόνο πρακτική σημασία, αλλά και ισχυρό πολιτικό και βιομηχανικό συμβολισμό. Θα σημαίνει ότι το νέο πρόγραμμα δεν θα άφηνε πίσω του απλώς τέσσερα νέα πλοία, αλλά μια προσπάθεια επανενεργοποίησης και αναβάθμισης της ελληνικής ναυπηγικής βάσης σε πεδίο υψηλής τεχνολογίας.
Το πραγματικό διακύβευμα για την Αθήνα δεν είναι να υπάρξει μια απλή συμμετοχή των ναυπηγείων, αλλά να δημιουργηθεί ουσιαστικό παραγωγικό και τεχνικό αποτύπωμα. Να υπάρξει μεταφορά τεχνογνωσίας, πιστοποιήσεις, δυνατότητα υποστήριξης και συντήρησης, συμμετοχή ελληνικών εταιρειών σε υποσυστήματα, αλλά και προοπτική συνέχειας μετά την ολοκλήρωση της πρώτης παραγγελίας.
Οι Γάλλοι δείχνουν να κατανοούν ότι αυτό είναι κρίσιμο σημείο για την ελληνική πλευρά. Και για αυτό αναμένεται να δώσουν πολύ μεγάλο βάρος ακριβώς στο βιομηχανικό σκέλος της πρότασής τους.
Η στρατηγική συμφωνία Ελλάδας – Γαλλίας ως πολλαπλασιαστής
Η γαλλική πρόταση στηρίζεται πάνω σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ελληνογαλλικής στρατηγικής σύγκλισης, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει πολύ ισχυρά χαρακτηριστικά. Η αμυντική συμφωνία Αθήνας – Παρισιού, η προμήθεια των Rafale, το πρόγραμμα των FDI και η γενικότερη πολιτική και επιχειρησιακή σύμπλευση στην Ανατολική Μεσόγειο έχουν δημιουργήσει ήδη μια σχέση με βάθος και συνέχεια.
Οι πληροφορίες ότι η νέα γαλλική πρόταση για τα υποβρύχια συνδέεται και με την αναμενόμενη νέα ελληνογαλλική συμφωνία στρατηγικής συνεργασίας εντάσσονται ακριβώς σε αυτή τη λογική. Το Παρίσι δεν θέλει να εμφανιστεί απλώς ως ένας ακόμη διαγωνιζόμενος αλλά ως ο εταίρος που μπορεί να προσφέρει στην Ελλάδα ένα ενιαίο πλέγμα ισχύος στη θάλασσα και στον αέρα.
Η γερμανική πρόταση και το πλήγμα από τα Eurofighter στην Τουρκία
Η Γερμανία εξακολουθεί να διαθέτει ένα πολύ σοβαρό πλεονέκτημα στο συγκεκριμένο πρόγραμμα. Αυτό δεν είναι άλλο από την ομοιογένεια. Το Πολεμικό Ναυτικό γνωρίζει τη γερμανική φιλοσοφία, έχει αποκτήσει εμπειρία στα 214, διαθέτει υποδομές, ανθρώπους και διαδικασίες που συνδέονται με τη συγκεκριμένη σχολή. Κάθε γερμανική πρόταση, επομένως, έχει ως αφετηρία ένα σαφές πλεονέκτημα χαμηλότερου ρίσκου στη μετάβαση.
Το Type 212CD αποτελεί προφανώς το βασικό χαρτί του Βερολίνου, ως μια νέα γενιά συμβατικού υποβρυχίου με πολύ χαμηλή ανιχνευσιμότητα, AIP, σύγχρονη σχεδίαση και ισχυρό ευρωπαϊκό και νατοϊκό αποτύπωμα. Για το Πολεμικό Ναυτικό η γερμανική λύση έχει βαρύτητα ακριβώς επειδή προσφέρει συγγένεια φιλοσοφίας με τα 214 και επιτρέπει συνέχειες σε εκπαίδευση, υποστήριξη και επιχειρησιακή αξιοποίηση.
Ωστόσο, στο πολιτικό επίπεδο, η γερμανική πρόταση έχει υποστεί σαφές πλήγμα. Η απόφαση του Βερολίνου να δώσει το πράσινο φως για την πώληση Eurofighter στην Τουρκία αφαιρεί σημαντικό μέρος της δυναμικής που θα μπορούσε να έχει η γερμανική υποψηφιότητα στην Αθήνα. Όχι επειδή το Πολεμικό Ναυτικό θα αγνοήσει τα τεχνικά πλεονεκτήματα, αλλά επειδή σε τέτοιες αποφάσεις δεν μπορεί να παραμερίζεται η συνολική στρατηγική εικόνα. Και αυτή η εικόνα έχει πλέον μεταβληθεί.

Ιταλία, Σουηδία, Κορέα: όλες οι άλλες προτάσεις στο τραπέζι
Η μάχη πάντως δεν είναι διμερής, καθώς στο τραπέζι βρίσκονται και άλλες σοβαρές προτάσεις, καθεμία με τα δικά της πλεονεκτήματα.
Η Ιταλία εμφανίζεται με το U212 NFS, μια εξέλιξη της οικογένειας 212, η οποία επιχειρεί να συνδυάσει την οικειότητα της συγκεκριμένης σχολής με νέα τεχνολογία και μεσογειακή λογική χρήσης. Εφόσον προχωρήσει και η υπόθεση των Bergamini, η ιταλική πλευρά θα επιχειρήσει πιθανότατα να παρουσιάσει ένα ευρύτερο πακέτο ναυτικής συνεργασίας Αθήνας – Ρώμης. Όμως και εδώ το ερώτημα παραμένει τι ακριβώς παραπάνω προσφέρει η ιταλική διαδρομή σε σχέση με μια ευθέως γερμανική λύση στην ίδια περίπου φιλοσοφία.
Η Σουηδία επανέρχεται δυναμικά με το A26, ένα υποβρύχιο που έχει χτιστεί με έμφαση στο stealth, στην επιχειρησιακή ευελιξία και στις ειδικές αποστολές. Για το Αιγαίο αλλά και για αποστολές ISR και επιτήρησης στην Ανατολική Μεσόγειο, το A26 έχει χαρακτηριστικά που ασφαλώς ενδιαφέρουν. Ωστόσο, και στη σουηδική περίπτωση, το μεγάλο ερώτημα αφορά τη δυνατότητα στρατηγικού πλήγματος και το κατά πόσο το συγκεκριμένο σκέλος μπορεί να καλυφθεί με σαφείς όρους.
Η Νότια Κορέα κατεβαίνει στο πεδίο με ιδιαίτερη επιθετικότητα, αξιοποιώντας τη φήμη της στην ταχύτητα παραγωγής, στην ανταγωνιστική τιμολόγηση και στην προθυμία μεταφοράς τεχνογνωσίας. Οι κορεατικές προτάσεις διαθέτουν ενδιαφέρον, κυρίως επειδή αυξάνουν τον ανταγωνισμό και πιέζουν όλους τους παραδοσιακούς παίκτες σε κόστος, χρόνους παράδοσης και βιομηχανικά ανταλλάγματα. Ωστόσο, για την ελληνική πλευρά παραμένουν κρίσιμα ζητήματα η πλήρης διαλειτουργικότητα, η ενσωμάτωση στο νατοϊκό περιβάλλον και η σύνδεση με τα όπλα και τα επιχειρησιακά πρότυπα που θέλει το Πολεμικό Ναυτικό.

Η επόμενη μεγάλη απόφαση του Στόλου
Το πρόγραμμα των νέων υποβρυχίων θα είναι μια απόφαση που θα ξεπερνά κατά πολύ τα όρια ενός ακόμη εξοπλιστικού. Θα κρίνει αν το Πολεμικό Ναυτικό θα επενδύσει πρωτίστως στην ομοιογένεια, στη νέα τεχνολογία, στην πολιτικοστρατηγική σχέση, στο βιομηχανικό αποτύπωμα ή σε έναν συνδυασμό όλων αυτών.
Οι Γάλλοι δείχνουν αποφασισμένοι να μπουν με αξιώσεις και με πολύ προσεκτικά δομημένη πρόταση. Το Barracuda σε συμβατική εκδοχή, η δυνατότητα για πυραύλους μακρού πλήγματος, η προοπτική ναυπήγησης σε ελληνικά ναυπηγεία και η σύνδεση με την ελληνογαλλική στρατηγική συνεργασία συνθέτουν ένα ιδιαίτερα ισχυρό πακέτο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η υπόθεση έχει κριθεί. Κάθε άλλο. Το Πολεμικό Ναυτικό θα μελετήσει όλες τις προτάσεις με εξαντλητική προσοχή. Θα σταθμίσει τεχνικά χαρακτηριστικά, κόστος, χρόνους, επιχειρησιακή αξία, βιομηχανικές δεσμεύσεις και πολιτικές παραμέτρους. Όμως είναι σαφές ότι η γαλλική πλευρά δεν αντιμετωπίζει το πρόγραμμα ως μια απλή ευκαιρία συμμετοχής. Το αντιμετωπίζει ως μεγάλη στρατηγική μάχη, την οποία θέλει να κερδίσει.
Η ναυμαχία του βυθού μόλις αρχίζει
Μετά τις FDI, η Naval Group επιδιώκει να εδραιώσει την παρουσία της στον ελληνικό Στόλο όχι μόνο στην επιφάνεια, αλλά και κάτω από αυτήν. Θέλει να καταστεί βασικός εταίρος του Πολεμικού Ναυτικού και στην πιο κρίσιμη διάσταση της ναυτικής ισχύος: στην υποβρύχια αποτροπή.
Η Γερμανία έχει τη γνώση, την παράδοση και την ομοιογένεια. Η Ιταλία επιχειρεί να μπει με μεσογειακή λογική και πιθανές συνέργειες. Η Σουηδία προσφέρει stealth και ευελιξία. Η Κορέα πιέζει με κόστος και βιομηχανικό πακέτο. Όμως η Γαλλία δείχνει να συγκεντρώνει σε μια ενιαία πρόταση όλα εκείνα τα στοιχεία που αναζητεί σήμερα η Αθήνα όπως νέα πλατφόρμα, στρατηγικά όπλα, ισχυρό πολιτικό υπόβαθρο και προοπτική για ουσιαστική εγχώρια συμμετοχή.
Για αυτό και η μάχη για τα νέα υποβρύχια προβλέπεται σκληρή, μακρά και πολυεπίπεδη. Δεν θα κριθεί μόνο στα τεχνικά χαρακτηριστικά. Θα κριθεί και στη βιομηχανία, στη γεωπολιτική, στις συμμαχίες, αλλά και στην ικανότητα κάθε πρότασης να πείσει ότι μπορεί να υπηρετήσει το Πολεμικό Ναυτικό και την ελληνική αποτροπή έως τα μέσα του αιώνα.
