Η Τουρκία επιθυμεί να ασκηθεί πίεση από τους μουσουλμάνους ηγέτες προκειμένου να περιοριστεί η στρατιωτική εκστρατεία του Ισραήλ κατά του Ιράν, ανέφεραν σε ανάλυσή τους Sinan Ciddi και ο Tyler Stapleton, συνεργάτες του Ιδρύματος για την Υπεράσπιση των Δημοκρατιών (FDD – Defence of Democracies), με έδρα την Ουάσιγκτον.
Όπως σημειώνουν οι αναλυτές, αμέσως μετά τις επιθέσεις ακριβείας του Ισραήλ εναντίον των πυρηνικών εγκαταστάσεων, των ατομικών επιστημόνων και της στρατιωτικής ηγεσίας του Ιράν, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν καταδίκασε τις ενέργειες του Ισραήλ.
Στη συνέχεια, ξεκίνησε μια φρενήρη τηλεφωνική διπλωματία με τους αρχηγούς κρατών της περιοχής, προτρέποντάς τους να καταδικάσουν την επίθεση του Ισραήλ.
Ο Ερντογάν χαρακτήρισε τις επιθέσεις της Ιερουσαλήμ ως «πρόκληση», υποστηρίζοντας ότι το εβραϊκό κράτος «αγνόησε το διεθνές δίκαιο», ενώ παρέμεινε σιωπηλός σε ό,τι έχει να κάνει τις παράνομες πυρηνικές προσπάθειες της Τεχεράνης. Κατηγόρησε επίσης τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου «και το δίκτυο σφαγέων του» ότι «έβαλαν φωτιά σε ολόκληρη την περιοχή».
Με τέτοια ρητορική, ο Ερντογάν επιδιώκει να εμφανιστεί ως ο πλέον ένθερμος αντιπάλου του Ισραήλ στην περιοχή, προσπαθώντας να αντικαταστήσει ένα αποδυναμωμένο Ιράν.
Η Τουρκία κατηγορεί το Ισραήλ για αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής
Στις 13 Ιουνίου, ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, συγκάλεσε συνάντηση των κορυφαίων αξιωματούχων εθνικής ασφάλειας της χώρας, συμπεριλαμβανομένου του υπουργού Άμυνας Γιασάρ Γκιουλέρ, του Διευθυντή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (MIT) Ιμπραήμ Καλίν και του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Μετίν Γκουράκ.
Οι τέσσερις συμφώνησαν με τα αισθήματα του Ερντογάν και ο Φιντάν εξέδωσε κοινή δήλωση στην οποία υποστηρίζεται ότι το Ισραήλ «αποσταθεροποιεί τον Λίβανο, εισβάλλει στη Συρία και τώρα στοχεύει το Ιράν».
Η δήλωση πρόσθετε ότι το εβραϊκό κράτος «πρέπει να εγκαταλείψει αμέσως τη στρατηγική του για την αποσταθεροποίηση της περιοχής».
Ο Ερντογάν δουλεύει με τα τηλέφωνα
Στις 14 και 15 Ιουνίου, ο Ερντογάν πραγματοποίησε τηλεφωνικές κλήσεις στους ηγέτες της Σαουδικής Αραβίας, του Πακιστάν, του Ιράκ, του Κουβέιτ, του Ομάν, της Συρίας, της Αιγύπτου και της Ιορδανίας — με κοινό θέμα την άσκηση πίεσης στον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου για τον τερματισμό της στρατιωτικής εκστρατείας του Ισραήλ κατά του Ιράν.
Ο Ερντογάν τηλεφώνησε επίσης στον Ιρανό πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν για να εκφράσει τα «συλλυπητήρια του στον ιρανικό λαό για την απώλεια ζωών» και τόνισε ότι το πλήρες κίνητρο του Ισραήλ για τη στόχευση του Ιράν ήταν να «αποσπάσει την προσοχή του κόσμου από τη γενοκτονία στη Γάζα».
Ο Ερντογάν μίλησε επίσης με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, προσφέροντας του τις τουρκικές προσπάθειες να μεσολαβήσει για έναν διπλωματικό τερματισμό των εχθροπραξιών μεταξύ Ιράν και Ισραήλ.
Ο Ερντογάν προσπαθεί να παριστάνει τον ειρηνοποιό ενώ υποστηρίζει τη Χαμάς
Παρά το γεγονός ότι αυτοπαρουσιάζεται ως ηγέτης που απεχθάνεται τον πόλεμο και την αστάθεια, οι εκκλήσεις του Ερντογάν για διπλωματία μεταξύ Ιερουσαλήμ και Τεχεράνης συγκρούονται άγαρμπα με τη συνεχιζόμενη υποστήριξή του προς τη Χαμάς.
Για χρόνια, ακόμη και μετά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου 2023 εναντίον του Ισραήλ, η Τουρκία χρησίμευσε ως προωθημένη επιχειρησιακή βάση για την ανώτερη ηγεσία της Χαμάς . Η Τουρκία έχει επίσης επιτρέψει στην οργάνωση να συμμετέχει σε δραστηριότητες συγκέντρωσης χρημάτων και στρατολόγησης, καθώς και να σχεδιάζει τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον του εβραϊκού κράτους.
Οι ΗΠΑ δεν πρέπει να πουλήσουν F-35 στην Τουρκία
Η Ουάσιγκτον δεν πρέπει να ερμηνεύει λανθασμένα τη διπλωματία του Ερντογάν ως πραγματική ειρηνευτική προσπάθεια. Επιπλέον, η Ουάσιγκτον πρέπει να προειδοποιήσει την Άγκυρα έναντι οιασδήποτε εμπλοκής της , είτε από μόνη της είτε σε συνεννόηση με άλλες περιφερειακές δυνάμεις, που θα στοχεύει στρατιωτικά το Ισραήλ.
Ενώ η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα πρέπει να παρέχουν στην Άγκυρα προηγμένα οπλικά συστήματα που θα μπορούσε να μοιραστεί με αντιπάλους των ΗΠΑ, υπονομεύοντας ενδεχομένως την υπεροχή των ΗΠΑ στο πεδίο της μάχης.
Κατά συνέπεια, η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ απέσυρε την Τουρκία από το πρόγραμμα μαχητικών αεροσκαφών F-35 το 2019, αφού η Άγκυρα αγόρασε το ρωσικής κατασκευής σύστημα αεράμυνας S-400. Το Κογκρέσο αργότερα κωδικοποίησε νομικά τον αποκλεισμό της Τουρκίας από το πρόγραμμα F-35, εφόσον διαθέτει τους S-400.
Από την επιστροφή της κυβέρνησης Τραμπ στην εξουσία τον Ιανουάριο του 2025, η Άγκυρα έχει εντείνει τις προσπάθειές της να πείσει τον Λευκό Οίκο να παρακάμψει την απαγόρευση του Κογκρέσου μέσω μεροληπτικών ερμηνειών λέξεων-κλειδιών στη νομοθετική γλώσσα.
Ο Λευκός Οίκος θα πρέπει να απορρίψει τέτοιες κακόπιστες προσπάθειες και να ξεκαθαρίσει ότι θα εφαρμόσει τον νόμο ακριβώς όπως το είχε σχεδιάσει το Κογκρέσο.
Η αγορά των S-400 από την Τουρκία πυροδότησε επίσης κυρώσεις βάσει του Νόμου για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής μέσω Κυρώσεων ( CAATSA ), και αυτές οι κυρώσεις θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ για όσο διάστημα η Άγκυρα διατηρεί τη σημαντική σχέση της με το ρωσικό αμυντικό κατεστημένο.
Εάν η Τουρκία θέλει όλα τα οφέλη του να είναι σύμμαχος των ΗΠΑ, πρέπει να συμπεριφέρεται ως σύμμαχος.
Ο Sinan Ciddi είναι ανώτερος συνεργάτης στο Ίδρυμα για την Υπεράσπιση των Δημοκρατιών (FDD). Ο Tyler Stapleton είναι διευθυντής σχέσεων με το Κογκρέσο στο FDD Action. Το FDD είναι ένα μη κομματικό ερευνητικό ίδρυμα με έδρα την Ουάσιγκτον, που επικεντρώνεται στην εθνική ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική.
Πηγή: Defence of Democracies
hellasjournal
