Ένα βήμα που ενδέχεται να αλλάξει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο επιχειρούν οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις βρίσκεται πλέον πολύ κοντά στην υλοποίησή του. Την Τετάρτη εισέρχεται προς ενημέρωση στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής το πρόγραμμα απόκτησης των ισραηλινών HERON TP (Eitan), ανοίγοντας τον δρόμο για την ένταξη του πρώτου οπλισμένου μη επανδρωμένου αεροπορικού συστήματος στην Πολεμική Αεροπορία.
Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη εξοπλιστική προμήθεια. Αντιθέτως, σηματοδοτεί τη μετάβαση σε μια νέα επιχειρησιακή πραγματικότητα, όπου η επιτήρηση συνδυάζεται με τη δυνατότητα άμεσης και ακριβούς προσβολής στόχων από μη επανδρωμένες πλατφόρμες.
Τα τελευταία τέσσερα χρόνια οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις έχουν αποκτήσει πολύτιμη εμπειρία από τη χρήση των HERON σε αποστολές επιτήρησης, αναγνώρισης, στοχοποίησης, πολιτικής προστασίας και επιχειρησιακής παρακολούθησης. Πλέον, όλα δείχνουν ότι η επόμενη φάση αφορά τη μετάβαση από τη συλλογή πληροφοριών στην ικανότητα άμεσης επιχειρησιακής δράσης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι το πρόγραμμα των HERON TP φαίνεται να προηγείται χρονικά ακόμη και του σχεδιαζόμενου πολυστρωματικού συστήματος αεράμυνας, γνωστού ως «θόλος», ενός έργου που θεωρείται κομβικής σημασίας για την ελληνική αποτρεπτική ισχύ. Ωστόσο, τα δύο προγράμματα δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά. Αντιθέτως, το HERON TP μπορεί να αποτελέσει οργανικό τμήμα ενός ευρύτερου αμυντικού πλέγματος, συνδυάζοντας επιτήρηση, συλλογή πληροφοριών, στοχοποίηση και δυνατότητα άμεσης αντίδρασης.
Το HERON TP αποτελεί το μεγαλύτερο και ισχυρότερο μέλος της οικογένειας των ισραηλινών HERON. Μπορεί να επιχειρεί σε ύψη έως 45.000 ποδών, παραμένοντας για πολλές ώρες στον αέρα και μεταδίδοντας σε πραγματικό χρόνο εικόνα και δεδομένα υψηλής ανάλυσης προς τα επιχειρησιακά κέντρα. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να επιτηρεί αδιάλειπτα κρίσιμες περιοχές, από το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο έως τον Έβρο, προσφέροντας συνεχή εικόνα του πεδίου.
Το μεγάλο ποιοτικό άλμα, όμως, βρίσκεται αλλού: στη δυνατότητα οπλισμού. Με ωφέλιμο φορτίο που φτάνει περίπου τον έναν τόνο, το HERON TP μπορεί να μεταφέρει προηγμένους αισθητήρες αλλά και όπλα ακριβείας, επιτρέποντας στις Ένοπλες Δυνάμεις να εντοπίζουν, να παρακολουθούν και –εφόσον απαιτηθεί– να προσβάλλουν έναν στόχο με το ίδιο μέσο. Πρόκειται για μια δυνατότητα που μειώνει σημαντικά τους χρόνους αντίδρασης και περιορίζει την ανάγκη άμεσης εμπλοκής επανδρωμένων αεροσκαφών σε ορισμένα επιχειρησιακά σενάρια.
Εξίσου σημαντική είναι και η δικτυοκεντρική διάσταση του προγράμματος. Σύμφωνα με πληροφορίες από αρμόδιες πηγές, τα HERON TP θα μπορούν να συνεργάζονται σε μεγάλο βαθμό με τα V-BAT, τα οποία ήδη εντάσσονται στον σχεδιασμό των Ενόπλων Δυνάμεων με αυξημένους αριθμούς και διευρυμένες επιχειρησιακές δυνατότητες. Η συνεργασία διαφορετικών μη επανδρωμένων συστημάτων δημιουργεί ένα νέο μοντέλο επιχειρήσεων, όπου αισθητήρες, πλατφόρμες αναγνώρισης και μέσα κρούσης λειτουργούν ως ένα ενιαίο δίκτυο.
Οι σύγχρονες συγκρούσεις έχουν καταδείξει ξεκάθαρα αυτή την τάση. Η εμπειρία από τον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά και η εκτεταμένη χρήση FPV drones και άλλων μη επανδρωμένων συστημάτων σε διάφορα μέτωπα, αποδεικνύει ότι η ισχύς δεν μετριέται πλέον μόνο με μεγάλες πλατφόρμες και ακριβά οπλικά συστήματα. Η διαρκής παρουσία πάνω από το πεδίο, η ταχύτητα λήψης αποφάσεων και η δυνατότητα άμεσης προσβολής στόχων αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.
Η ένταξη οπλισμένων UAV στο ελληνικό οπλοστάσιο έρχεται να καλύψει ακριβώς αυτή την ανάγκη. Προσφέρει αυξημένη επίγνωση της τακτικής κατάστασης, μεγαλύτερη επιχειρησιακή ευελιξία, δυνατότητα συνεχούς επιτήρησης και, κυρίως, άμεση ανταπόκριση όταν οι συνθήκες το απαιτήσουν.
Για να αξιοποιηθεί πλήρως η νέα δυνατότητα, εξετάζεται παράλληλα και η ενίσχυση των υποδομών διοίκησης και ελέγχου με έναν επιπλέον σταθμό εδάφους. Μια τέτοια προσθήκη θα επιτρέψει την ταυτόχρονη εκτέλεση αποστολών σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές, αυξάνοντας σημαντικά τη διαθεσιμότητα και την επιχειρησιακή ευελιξία του συστήματος.
Η πιθανή απόκτηση των HERON TP δείχνει ότι η Ελλάδα επιχειρεί να καλύψει με ταχείς ρυθμούς το κενό που υφίσταται στον τομέα των οπλισμένων UAV. Και αυτό γιατί δεν πρόκειται απλώς για την προσθήκη ενός νέου οπλικού συστήματος, αλλά για μια βαθύτερη αλλαγή φιλοσοφίας: από την παρακολούθηση περνάμε στην επιτήρηση με δυνατότητα άμεσης δράσης.
Σε μια περίοδο κατά την οποία το περιβάλλον ασφαλείας στην ευρύτερη περιοχή μεταβάλλεται διαρκώς και οι απειλές αξιολογούνται καθημερινά από τα ελληνικά επιτελεία, η είσοδος της Πολεμικής Αεροπορίας στην εποχή των οπλισμένων UAV θα μπορούσε να αποτελέσει έναν ιδιαίτερα σημαντικό πολλαπλασιαστή ισχύος για την ελληνική αποτροπή τα επόμενα χρόνια.
