Η σύνοδος που οργάνωσε η Τουρκία για τα Δυτικά Βαλκάνια στην Κωνσταντινούπολη πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά την επιστροφή του Χακάν Φιντάν από το Νταβός. Η χρονική συγκυρία δεν ήταν τυχαία. Στο Νταβός η Άγκυρα επιχείρησε να εμφανιστεί ως δύναμη διαμεσολάβησης και σταθερότητας. Στα Βαλκάνια επιβεβαίωσε, ότι υλοποιεί μια μακροχρόνια στρατηγική περιφερειακής εδραίωσης.
Η τουρκική παρουσία στα Δυτικά Βαλκάνια δεν είναι νέα. Αποτελεί σταθερή επιλογή εδώ και χρόνια, με συνδυασμό πολιτισμικής επιρροής, οικονομικής διείσδυσης και -κυρίως- στρατιωτικής διασύνδεσης. Σε αντίθεση με τη ρωσική ή κινεζική επιρροή, που κινείται κυρίως στο ενεργειακό και επενδυτικό επίπεδο, η Άγκυρα επενδύει σε δομές άμυνας, εκπαίδευση στελεχών και τεχνολογική εξάρτηση.
Η Αλβανία έχει προμηθευτεί τουρκικά UAV, ενώ η συνεργασία περιλαμβάνει εκπαίδευση και τεχνική διασύνδεση. Τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη δεν αποτελούν απλώς μέσο επιτήρησης. Ενσωματώνουν δίκτυα δεδομένων, επιχειρησιακή φιλοσοφία και τεχνολογική εξάρτηση από τον προμηθευτή.
Στο Κόσοβο, η Τουρκία συμμετέχει ενεργά στην KFOR, αποκτώντας θεσμική παρουσία σε ένα από τα πιο ευαίσθητα γεωπολιτικά σημεία των Βαλκανίων. Η παρουσία αυτή, αν και ΝΑΤΟϊκή, της επιτρέπει επιχειρησιακή δικτύωση και πολιτική επιρροή.
Στη Βόρεια Μακεδονία, η εκπαίδευση αξιωματικών σε τουρκικές στρατιωτικές σχολές και οι διαχρονικές σχέσεις των επιτελείων δημιουργούν μακροπρόθεσμους δεσμούς. Η Άγκυρα οικοδομεί φιλικό στρατιωτικό περιβάλλον στον βόρειο περίγυρο της Ελλάδας.
Το βαλκανικό σκέλος δεν είναι αποκομμένο από τη στρατηγική της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο αποτέλεσε την έμπρακτη εφαρμογή της λογικής του «στρατηγικού βάθους», δηλαδή δημιουργία ζωνών επιρροής, που επηρεάζουν άμεσα τον ελληνικό γεωπολιτικό χώρο.
Στη Λιβύη, η Τουρκία απέκτησε στρατιωτική παρουσία και ρόλο ρυθμιστή. Στα Βαλκάνια, επιδιώκει να οικοδομήσει στρατιωτικά ερείσματα και διασυνδέσεις. Πρόκειται για δύο άκρα ενός ενιαίου γεωπολιτικού τόξου, που εκτείνεται από τη Βόρεια Αφρική έως τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η στρατηγική αυτή αντανακλά τη λογική του «στρατηγικού βάθους», που διατύπωσε ο Αχμέτ Νταβούτογλου, σύμφωνα με την οποία η Τουρκία δεν περιορίζεται στα σύνορά της, αλλά επιδιώκει ενεργό ρόλο σε πρώην οθωμανικές κτήσεις και κρίσιμους διαδρόμους.
Σε περίπτωση έντασης σε Αιγαίο ή Ανατολική Μεσόγειο, η Τουρκία δεν θα χρειαστεί απαραίτητα να ανοίξει νέο μέτωπο. Θα της αρκεί η ύπαρξη στρατιωτικά διασυνδεδεμένων κρατών στα βόρεια σύνορα της πατρίδας μας, η δυνατότητα πρόσβασης σε υποδομές στο πλαίσιο ΝΑΤΟϊκών ή διμερών συνεργασιών και η πολιτική επιρροή σε κρίσιμες πρωτεύουσες. Έτσι η Ελλάδα θα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διευρυμένο περιβάλλον πίεσης από την Ανατολική Μεσόγειο έως και τον βόρειο περίγυρό της. Δεν πρόκειται για σενάριο άμεσης σύγκρουσης στα Βαλκάνια. Πρόκειται για μεταβολή συσχετισμών.
Η στρατηγική αυτή φέρει σαφή πολιτική σφραγίδα. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει επανειλημμένα προωθήσει ρητορική ιστορικής συνέχειας και ρόλου της Τουρκίας σε γεωγραφίες, που ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η βαλκανική διείσδυση, σε συνδυασμό με τη στρατιωτική παρουσία στη Λιβύη και τις παρεμβάσεις στη Μέση Ανατολή, δεν είναι αποσπασματικές κινήσεις. Εντάσσονται σε μια νεοοθωμανική αντίληψη περιφερειακής ηγεμονίας, όπου η Τουρκία επιδιώκει ρόλο ρυθμιστή από τον Εύξεινο Πόντο έως τη Βόρεια Αφρική.
Η Αθήνα οφείλει να δει τη βαλκανική διάσταση ως οργανικό τμήμα της εθνικής της ασφάλειας. Να ενισχύσει τη στρατιωτική της διπλωματία, να εμβαθύνει διμερείς συνεργασίες, να λειτουργήσει ως σταθερός ευρωπαϊκός πόλος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η τουρκική σύνοδος μετά το Νταβός δεν ήταν μεμονωμένη πρωτοβουλία. Ήταν ένας ακόμη κρίκος σε μια αλυσίδα κινήσεων, που συνδέει Βαλκάνια, Ανατολική Μεσόγειο και Βόρεια Αφρική σε ενιαίο γεωπολιτικό σχέδιο. Και αυτό το σχέδιο, αν δεν αναγνωριστεί έγκαιρα, θα μεταβάλλει το περιβάλλον ασφάλειας της Ελλάδας με τρόπο που δεν θα ανατρέπεται εύκολα.
του Γιάννη Μιχελάκη-thepressroom
