Η δημιουργία του ελληνικού «θόλου» αεράμυνας και αντιβαλλιστικής προστασίας περνά από το στάδιο του σχεδιασμού στη φάση της υλοποίησης. Σύμφωνα με τον προγραμματισμό του υπουργείου Εθνικής Άμυνας και των Γενικών Επιτελείων, εντός του 2026 ενεργοποιούνται κρίσιμες αποφάσεις που θα καθορίσουν τη μορφή της λεγόμενης «Ασπίδας του Αχιλλέα», ενός ολοκληρωμένου συστήματος προστασίας για νησιά και ενδοχώρα απέναντι στις σύγχρονες απειλές.
Το επιχειρησιακό βάρος πέφτει, σε μεγάλο βαθμό, στον Στρατό Ξηράς, ο οποίος καλείται να διαχειριστεί τον κορμό των νέων συστημάτων, την ώρα που Πολεμική Αεροπορία και Πολεμικό Ναυτικό έχουν ήδη δρομολογήσει την ενίσχυσή τους με σύγχρονες πλατφόρμες. Η λογική είναι ξεκάθαρη: πολυστρωματική άμυνα, με διαφορετικά μέσα, σε διαφορετικά επίπεδα, απέναντι σε απειλές που δεν περιορίζονται πλέον μόνο στον αέρα.
Από τις ρουκέτες μεγάλης ακτίνας στον αντιαεροπορικό «θόλο»
Το πρώτο χειροπιαστό βήμα της «Ασπίδας του Αχιλλέα» αναμένεται μέχρι τα μέσα του 2026, όταν θα μπουν οι υπογραφές για την προμήθεια των 36 Πολλαπλών Εκτοξευτών Ρουκετών PULS. Το σύστημα θα ενισχύσει αποφασιστικά το πυραυλικό πυροβολικό του Στρατού Ξηράς, προσφέροντας – για πρώτη φορά – δυνατότητα κρούσης σε αποστάσεις άνω των 300 χιλιομέτρων, μέσω πυρομαχικών όπως τα Predator Hawk ER.
Πρόκειται για ποιοτικό άλμα που αλλάζει τα δεδομένα της αποτροπής, δίνοντας στη χώρα ικανότητα πλήγματος σε στρατηγικό βάθος, με ακρίβεια και ταχύτητα.
Ωστόσο, τα «βαριά» κομμάτια του θόλου – τα αντιαεροπορικά και αντιβαλλιστικά συστήματα – τοποθετούνται χρονικά προς το τέλος της δεκαετίας. Αυτό δεν σημαίνει καθυστέρηση, αλλά έναν εξαιρετικά σύνθετο σχεδιασμό, καθώς από την ενεργοποίηση ενός εξοπλιστικού προγράμματος έως την υπογραφή των συμβάσεων μεσολαβούν τουλάχιστον 28 στάδια.
Τα ισραηλινά συστήματα που συνθέτουν την «Ασπίδα»
Σύμφωνα με τις εισηγήσεις των Γενικών Επιτελείων, ο βασικός κορμός του αντιαεροπορικού και αντιβαλλιστικού θόλου θα αποτελείται από τρία ισραηλινής προέλευσης συστήματα, διαβαθμισμένα ανάλογα με την απόσταση εμπλοκής:
Spyder για απειλές μικρής εμβέλειας
Barak MX για μεσαίες αποστάσεις
David’s Sling για μεγάλες αποστάσεις και βαλλιστικές απειλές
Μετά τις τυπικές εγκρίσεις, η Βουλή θα εξουσιοδοτήσει τη ΓΔΑΕΕ να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την ισραηλινή SIBAT, στο πλαίσιο διακρατικής συμφωνίας. Οι συνομιλίες εκτιμάται ότι θα διαρκέσουν πάνω από έναν χρόνο, πριν επιστρέψουν στη Βουλή και στο ΚΥΣΕΑ για την τελική έγκριση.
Το συνολικό κόστος αναμένεται να ξεπεράσει τα 3 δισ. ευρώ, με την Αθήνα να θέτει ως αδιαπραγμάτευτο όρο συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας τουλάχιστον κατά 25% – όρος που, σύμφωνα με πληροφορίες, βρίσκει θετική ανταπόκριση από την ισραηλινή πλευρά.
Η εγχώρια αμυντική βιομηχανία στο επίκεντρο
Όπως έχει επισημάνει και ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας, ο στόχος δεν είναι ένας «στατικός» θόλος, αλλά ένα δυναμικό δίκτυο προστασίας απέναντι σε επιθέσεις που μπορεί να προέλθουν από τον αέρα, την επιφάνεια της θάλασσας, τον βυθό, ακόμη και τον κυβερνοχώρο.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται ο ρόλος της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Τα διδάγματα από την Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή και το Ναγκόρνο Καραμπάχ δείχνουν ότι χώρες που μπορούν να αναπτύσσουν και να προσαρμόζουν τα συστήματά τους σε πραγματικό χρόνο αποκτούν κρίσιμο πλεονέκτημα. Η Ελλάδα επιδιώκει να ακολουθήσει αυτό το μοντέλο, επενδύοντας σε τεχνολογίες επιτήρησης, έγκαιρης προειδοποίησης, ηλεκτρονικού πολέμου και συστημάτων soft και hard kill.
Ήδη, στον υπό διαμόρφωση «θόλο» εντάσσονται συστήματα επιτήρησης που λειτουργούν στον Έβρο και στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, ενώ εξετάζονται λύσεις για δίκτυα εντοπισμού απειλών στον βυθό, στην επιφάνεια και στον αέρα. Παράλληλα, μέσω του ΕΛΚΑΚ και των προτάσεων στον ευρωπαϊκό κανονισμό SAFE, η Αθήνα επιδιώκει συμπαραγωγές και κοινή ανάπτυξη κρίσιμων τεχνολογιών.
Μια άμυνα σχεδιασμένη για τον πόλεμο του αύριο
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν είναι απλώς ένα ακόμη εξοπλιστικό πρόγραμμα. Είναι μια στρατηγική επιλογή μακράς πνοής, που επιχειρεί να απαντήσει σε ένα περιβάλλον απειλών το οποίο αλλάζει ταχύτερα από ποτέ. Με συνδυασμό εισαγόμενων προηγμένων συστημάτων και εγχώριας τεχνολογικής συμμετοχής, η Ελλάδα επιδιώκει όχι μόνο να θωρακιστεί, αλλά και να αποκτήσει βαθμούς αυτονομίας σε έναν κόσμο όπου η ασφάλεια δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.
